ΓΝΩΣΗ

ΓΝΩΣΗ

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

ΠΑΡΕΙΣΦΡΥΩ ἢ ΠΑΡΕΙΣΦΡΕΩ;

Τὸ σωστὸ εἶναι τὸ ῥῆμα «παρεισφρέω».(Όχι παρεισφρύω ! αρχαία λ. παρεισφρέω < παρά + εἰσφρέω [εἰς + -φρέω< φέρω])

= μπαίνω αδικαιολόγητα ή κρυφά ή ανεπίτρεπτα (κακόσημο), υπεισέρχομαι.

Τὸ «παρεισφρύω» προέκυψε ἀπὸ τὸ ὅμοιο ἄκουσμα τῶν ἀορίστων τῶν ῥημάτων «παρεισφρέω» καὶ «παρεισδύω» -> «παρεισέφρησα» καὶ «παρεισέδυσα» ἀντιστοίχως, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ συνώνυμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου