ΓΝΩΣΗ

ΓΝΩΣΗ

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Ο Ελύτης και οι δύο Ελλάδες

t

Ο Ελύτης και οι δύο Ελλάδες

Αποτέλεσμα εικόνας για ελυτης φωτογραφιες

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Βήμα, 16/10/2011 05:45«Για µένα υπάρχει η Ελλάδα η δική µου. Δεν είναι η Ελλάδα η τρέχουσα. Και το έργο µου έρχεται σαν βράχος στο κύµα που τη χτυπά. Αντιστέκεται. Και η αντίσταση είναι ουσιαστική. Βγαίνει έµµεσα µε κάτι που διαρκεί – αυτό είναι και το ουσιώδες του δηµιουργού. Διότι η Ελλάδα µπορεί να είναι και εκατό χρόνια σε πτώση κι εγώ γράφω ένα ποίηµα που έχει αντίκρισµα στην Ελλάδα την παντοτινή» έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης το 1988, εννέα χρόνια µετά τη βράβευσή του µε το Νοµπέλ Λογοτεχνίας το 1979.

Ο ποιητής διεκδικεί µια ανεξάρτητη θέση µέσα στον κόσµο για λογαριασµό της τέχνης του, µια στάση αυστηρά προσωπική την οποία διαφυλάττει προκειµένου να ξεδιπλώσει στο παρόν, µε το ένα µάτι βυθισµένο στο παρελθόν και το άλλο στο µέλλον, το «όραµά» του, ένα όραµα καµωµένο από µια ουσία ελληνική, άχρονη και αναλλοίωτη. Η αισθητική, η ποιότητα, που για αυτόν ήταν το παν, ενέχει µε όρους απόλυτους - «διαφανείς» θα τους ονοµάτιζε ο Ελύτης - την ηθική συνέπεια και την ιερότητα της «αποστολής» του. Η γλώσσα τού ποιητή, η ελληνική γλώσσα της αδιάσπαστης συνέχειας, µε την οποία ο ίδιος χάραξε «µε σοφία και θάρρος» το σηµείο ενατένισης της πατρίδας και του εαυτού του, είναι η µαγιά µε την οποία έπλασε τον ατοµικό του (και συλλογικό µας) µύθο, «έναν µύθο µε άξονα το φως και τονέρωτα έως θανάτου».Εναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, το 1995, ο Οδυσσέας Ελύτης προήγγειλε µέσω του Τύπου τη συγκέντρωση των συνεντεύξεων που έδωσε κατά τη διάρκεια µισού αιώνα (1942-1992) παρουσίας του στα νεοελληνικά γράµµατα.
Αποσπασµατική αυτοβιογραφία

Επί της ουσίας, ο άνθρωπος και ποιητής Οδυσσέας Ελύτης αυτοβιογραφείται µε έναν τρόπο αποσπασµατικό, αλλά επαρκέστατο και εν πολλοίς αποκαλυπτικό (η συνοχή της έκδοσης αναδύεται στο τέλος) για εκεί νους που θα αναζητούσαν λ.χ. µια εισαγωγή όχι µόνο στο έργο του, αλλά και στο σύµπαν, πραγµατικό και συµβολικό, από το οποίο γεννήθηκε. Ο Ελύτης, µε αφορµή τις ερωτήσεις των συνοµιλητών του, βρίσκει την ευκαιρία να µιλήσει για τον Ελύτη σε δηµόσια θέα, άλλοτε µε πάθος και ευαισθησία, άλλοτε µε ένταση και σοβαρότητα, ευρισκόµενος σε µια συνθήκη όπου, εκ των πραγµάτων, γίνεται πιο άµεσος εξαιτίας του προφορικού λόγου.

Κατά τα λοιπά, έχουµε έναν Ελύτη λειτουργικά επαναληπτικό. Η επανάληψη αυτή (εκλεπτυσµένα διαφορετική από έναν ποιητή του διαµετρήµατος αυτού που πάντα προσθέτει κάτι) µετατρέπεται σε ένα πλαίσιο βασικών αναφορών που διαπερνούν το έργο του. Οταν δεν είναι επικριτικός γίνεται ελεγχόµενα εξοµολογητικός, αποσαφηνίζοντας σε µεγάλο βαθµό ό,τι θεωρείται «ερµητικό» για την προσέγγιση της ποίησής του και τη στάση του απέναντι στη ζωή. Οταν ο Ελύτης αναφέρεται στις επιρροές και στην ενσυνείδητη διαχείριση των επιδράσεων άλλων δηµιουργών πάνω του γίνεται απολαυστικός. Οι µεταβάσεις λ.χ. από τον ∆ιονύσιο Σολωµό στον Πολ Ελιάρ και από τον Θεόφιλο στον Πάµπλο Πικάσο είναι ενδεικτικές της οικουµενικής αντίληψης του ποιητή για την Ελλάδα.

Η εξονυχιστική ανάλυση πάντως αποφεύγεται, καθώς «θ’ αποτελούσε δολοφονία της φαντασίας του αναγνώστη». Εξάλλου «ο ποιητής απασχολείται όχι µε τον τρόπο που παρουσιάζονται τα ιστορικά ή κοινωνικά φαινόµενα, αλλά µε τον τρόπο που λειτουργεί η συναισθηµατική αντίδραση του συνόλου των ανθρώπων απέναντι σ’ αυτά», εξηγούσε από το 1951 ακόµη ο Ελύτης.

Ο αναγνώστης θα αντιληφθεί χωρίς µεγάλη δυσκολία ότι ο ποιητής είχε µια συνεκτική θεωρία για την τέχνη του, ένα ποιητικό πρόγραµµα «πύκνωσης και µετουσίωσης της γλώσσας», επιβεβληµένο από την τεράστια πνευµατική παράδοση του τόπου του αφ’ ης στιγµής «ο κάθε ποιητής πραγµατώνεται µέσα απ’ τη γλώσσα του».Ο Ελύτης είναι ένας αλχηµιστής που καταφάσκει στη µαγεία και στο βάθος των αισθήσεων, κινείται από µια λαχτάρα «παρθενικότητας» και «διαφάνειας» στην ποίηση για να πολεµήσει την ασχήµια της εποχής του «µε όπλα την οµορφιά και την αθωότητα». Α λλωστε«εγώ ήµουν, απλά και µόνον, ένας χηµικός που έβαζε λίγο βόρειον άνεµο, λίγο λουλακίθαλάσσης, λίγο δέρµα νέας κοπέλας, λίγη κατάνυξη αγιότητας, για να βγάλει το αποτέλεσµα που η ζωή του στερούσε» υπογράµµιζε ο ποιητής, του οποίου «η παιδική ηλικίαδιαµορφώθηκε µέσα σε µιαν ατµόσφαιρα καταθλιπτική».

«Η κακοδαιµονία µας»
Ο Ελύτης, πνεύμα αντίθετο προς όλες τις εξουσίες, επανέρχεται συνεχώς στην κακοδαιμονία της ελληνικής ζωής και διεκδικεί μια πικρή διαχρονικότητα προβληματισμού. «Υπάρχουν δύο Ελλάδες. Αυτή που εξαναγκάζει και τους ίδιους τους υπηκόους της να καταπονεί και σε έναν διεθνή χορό μεταμφιεσμένων να μετέχει με το φόρεμα της Ευρωπαίας (διάβαζε: Αμερικάνας). Και υπάρχει η άλλη, που εξακολουθεί να υπακούει στον Ηράκλειτο και στον Μακρυγιάννη. Η πρώτη μπορεί να καταλυθεί μια μέρα. Η δεύτερη, ακόμη και αν μείνει χωρίς υπόσταση, ποτέ. Τουλάχιστον εγώ, γι’ αυτήν υπάρχω» έγραφε το 1982.


Το χρυσό μετάλλιο του βραβείου Νόμπελ, που απονεμήθηκε στον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη (1911-96), στις 10 Δεκεμβρίου 1979.
Δωρεά Οδυσσέα Ελύτη ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου