ΓΝΩΣΗ

ΓΝΩΣΗ

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Η χρήση των ρημάτων «έλκω» και «ελκύω»

Το αρχαίο ρήμα έλκω σημαίνει: 
1) σέρνω, τραβώ κοντά μου, όπως π.χ. Η ατμομηχανή έλκει τους συρμούς της αμαξοστοιχίας 
και 2) (φυσ.) ασκώ έλξη, όπως π.χ. Ο μαγνήτης έλκει το σίδηρο – Τα ετερώνυμα ηλεκτρικά φορτία έλκονται, τα ομώνυμα απωθούνται – Κάτι τον έλκει προς το μοναχισμό.
 Λέμε επίσης και τις φράσεις: έλκω το γένος / την καταγωγή / τις ρίζες μου από με την έννοια του κατάγομαι από. 
Στις υπόλοιπες περιπτώσεις χρησιμοποιούμε συνηθέστερα το ρήμα ελκύω, από το οποίο προήλθε το σύνθετο ρήμα προσ-ελκύω, με την έννοια επίσης του θέλγω, γοητεύω, σαγηνεύω: Οι προεκλογικές πολιτικές ομιλίες προσελκύουν πολύ κόσμο – Τον ελκύει περισσότερο ο κινηματογράφος από το θέατρο – Τον ελκύουν τα ωραία της μάτια – Το γεγονός τούτο ελκύει το ενδιαφέρον / την προσοχή του κοινού. Πλήθος παραγώγων του ρήματος έλκω χρησιμοποιούνται και σήμερα με την αρχαία τους σημασία. ΄
Ετσι με το θέμα έλκ- έχουμε τις λέξεις: έλκος (ελκοειδής, ελκοπαθής, ελκώδης, έλκωμα, έλκωση) και έλξη. 
Με το θέμα ελκυ- έχουμε τις λέξεις: ελκύω, προσ-ελκύω, εφ-ελκύω, ελκυ-σμός, ελκυ-στικός, ελκυ-στικότητα, ελκυ-στήρας, αν-ελκυ-στήρας, δι-ελκυ-στίνδα. 
Επίσης παράγωγα του ίδιου ρήματος είναι οι λέξεις: ολκή (=μεγάλη δύναμη έλξης και μεταφορικά =μεγάλη δύναμη, δυνατός όπως στη φράση «είναι παίκτης ολκής») και το αρχαίο ολκός (=μηχανή έλξης), από όπου προκύπτουν οι λέξεις: ρυμουλκός, εμβρυουλκός κ.ά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου