ΓΝΩΣΗ

ΓΝΩΣΗ

Κυριακή 28 Ιουλίου 2019

Σολωμός -Καβάφης κατά τον Ελύτη

     Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα, δυο πόλους: το βόρειο και το νότιο. Στον ένα τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός, που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε –προτού υπάρξει ο Mallarme στα ευρωπαϊκά γράμματα- να χαράξει μι άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος. Στον άλλο πόλο τοποθετείται ο Κ.Π. Καβάφης, αυτός που , παράλληλα με τον T.SEliot έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων. Ανάμεσα στους δυο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι μεγάλοι μας άλλοι ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο προς το ένα ή το άλλο από τα δυο άκρα. 328-9

Σημειώνω τις εργασίες… εύκολη υπόθεση!

Τα όρια της γλώσσας και τα όρια του κόσμου μας-Απόψεις

Τα όρια της γλώσσας και τα όρια του κόσμου μας
Σχετικά με τη σχέση γλώσσας και νόησης, ένα τσιτάτο που παρατίθεται συχνά είναι το εξής: «Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου». Η ιδέα που εγκιβωτίζεται μέσα σε αυτό το εδάφιο του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν είναι περίπου ότι η γλώσσα ταυτίζεται με τη σκέψη και τη νόηση. Με άλλα λόγια, ο ισχυρισμός είναι ότι η σκέψη μας φτάνει μέχρι εκεί όπου φτάνει η γλώσσα μας, και δεν μπορεί να πάει παραπέρα.
Η ιδέα αυτή είναι διαδεδομένη και δημοφιλής, ενώ παράλληλα είναι εντελώς λανθασμένη. Αυτό εύκολα το αντιλαμβανόμαστε όσοι έχουμε συναισθήματα, τα οποία είναι κατεξοχήν δύσκολο να περιγραφούν ή και να διατυπωθούν με την απλή χρήση της γλώσσας: είναι πάντοτε δύσκολο να μιλήσουμε για αυτά που νιώθουμε. Επιπλέον, την πλάνη ότι γλώσσα και σκέψη ταυτίζονται την αντιλαμβανόμαστε όσοι από εμάς σκέφτονται με διαγράμματα (π.χ. οι μηχανικοί) ή με μελωδίες ή με εικόνες ή, για να θυμηθούμε και πάλι τον Βιτγκενστάιν, με νοητικά βιντεάκια – π.χ. όταν ανακαλούμε μια αλληλουχία γεγονότων. Υπάρχει ένα πολυποίκιλο σύμπαν νόησης που βρίσκεται πέρα από γλωσσικές διατυπώσεις.
Αν πάντως τα όρια της γλώσσας μου ήταν όντως τα όρια του κόσμου μου, τότε κολοβώνοντας τη γλώσσα μου θα μου φαλκίδευαν την ικανότητά μου για (κριτική) σκέψη. Η ιδέα αυτή αποτελεί ένα από τα θέματα του μυθιστορήματος 1984 του Τζωρτζ Όργουελ, στο οποίο ένα από τα τρία ολοκληρωτικά καθεστώτα που κυβερνούν τον κόσμο έχει καταφέρει να κολοβώσει, να τιθασεύσει και τελικά να ποδηγετήσει την ανθρώπινη σκέψη περιορίζοντας τη σημασία κάποιων λέξεων και, κυρίως, καταργώντας τις περισσότερες λέξεις. Με αφορμή το 1984, πολλοί έχουν αναρωτηθεί αν ένας τέτοιος κίνδυνος είναι υπαρκτός, δηλαδή αν ένα περιορισμένο λεξιλόγιο όντως αντιστοιχεί σε περιορισμένη σκέψη, καθώς και αν μαζί με κάθε λέξη που χάνεται χάνεται και η έννοια που η λέξη αυτή καταδηλώνει.
Κατ’ αρχάς καμία άνωθεν κατάργηση λέξεων ή γραμματικών δομών δεν υπήρξε ποτέ επιτυχής – σκεφτείτε λ.χ. τις διάφορες κατά καιρούς απόπειρες να ρυθμιστεί η καθομιλούμενη γλώσσα με βάση το ένα ή το άλλο πρότυπο. Οι λέξεις μπορεί να δημιουργούνται και να πεθαίνουν από μόνες τους, οι γραμματικές δομές να αναδύονται και να εκπίπτουν, όμως δεν καταργούνται.
Παραμένοντας στις λέξεις, ακόμα και αν καταργούνταν κάποιες από αυτές, έννοιες και λέξεις δεν ταυτίζονται: δεν υπάρχει αντιστοιχία μίας προς μία ανάμεσα στις έννοιες και τις λέξεις. Μια έννοια μπορεί, αν χρειαστεί, να εκφραστεί με μία λέξη, μία φράση ή και μία ολόκληρη πρόταση. Έτσι, η αγγλική λέξη frustration καταδηλώνει μια έννοια που στα ελληνικά χρειάζεται ολόκληρη φράση για να διατυπωθεί: «απογοήτευση και βουβή οργή».
Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η αγγλική γλώσσα είναι «πλουσιότερη», αφού π.χ. στην αγγλική θα χρειαζόταν ολόκληρη φράση για να εκφράσει την έννοια του φιλότιμου. Άλλωστε όταν για τον οποιονδήποτε λόγο είναι απαραίτητο μια έννοια να εκφραστεί μονολεκτικά, κάθε φυσική γλώσσα έχει τα μέσα για να το επιτύχει: με δανεισμό (όπως το αγγλικό spaghetti από τα ιταλικά) ή νεολογίζοντας (όπως ο αγγλικός όρος mansplain).
Τέλος, όπως παρατηρεί ο φιλόσοφος Jerry Fodor, δεν γνωρίζουμε γλώσσες που να εκφράζουνε μονολεκτικά την έννοια «απομεινάρι νεκρού φυτού», το αντίστοιχο δηλαδή της λέξης «ψοφίμι» για τα φυτά· αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να αντιλαμβανόμαστε εύκολα τη συγκεκριμένη έννοια. Και πάλι, στα αγγλικά λ.χ. δεν υπάρχει λέξη αντίστοιχη της ελληνικής «τροχοφόρο», αν και βέβαια η έννοια του τροχοφόρου υπάρχει.
Ας προχωρήσουμε όμως παραπέρα. Το ευρύτερο θέμα που εγείρει το εδάφιο του Βιτγκενστάιν είναι κατά πόσο η γλώσσα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της νόησης, ακόμα και αν όντως δεν ταυτίζεται μαζί της. Σε ένα πρώτο επίπεδο αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι απαραίτητο κάποιος που είναι ευφυής να έχει και ευφράδεια. Λίγο πιο πικρά, δεν είναι καν απαραίτητο κάποιος που είναι ευφραδής να είναι και ευφυής. Ωστόσο η σχέση γλώσσας και νόησης παραείναι σοβαρό ζήτημα για να αρκεστούμε στις παραπάνω πολύ πρόχειρες παρατηρήσεις.
Ευτυχώς υπάρχουν πολλές κλινικές μελέτες που ρίχνουν φως στη λεγόμενη διπλή αποσύνδεση γλώσσας και νόησης, δηλαδή στο ότι μπορεί να υπάρχει βλάβη στη νόηση χωρίς να υπάρχει βλάβη στη γλώσσα και ότι μπορεί να υπάρχει βλάβη στη γλώσσα χωρίς να υπάρχει βλάβη στη νόηση. Με άλλα λόγια, δεν είναι απαραίτητο κάποιος ο οποίος έχει λ.χ. νοητική υστέρηση να παρουσιάζει γλωσσικό πρόβλημα και δεν είναι απαραίτητο κάποιος ο οποίος παρουσιάζει γλωσσικό πρόβλημα να έχει νοητική υστέρηση.
Διπλή αποσύνδεση γλώσσας και νόησης σημαίνει ότι και τα τέσσερα λογικά σενάρια παίζουν. Δηλαδή: τυπική νόηση με τυπική γλώσσα, γλωσσικό πρόβλημα με τυπική νόηση, γλωσσικό πρόβλημα και νοητική υστέρηση, αλλά και νοητική υστέρηση με τυπική γλώσσα.
Αναλυτικότερα, είναι γνωστές περιπτώσεις ανθρώπων με νόηση σε πολύ καλύτερη κατάσταση σε σχέση με τις σοβαρές γλωσσικές διαταραχές τους. Τα γνωστότερα παραδείγματα είναι η Τζίνι (Genie) και η Τσέλσι (Chelsea).
Η Τζίνι ήταν ένα κορίτσι το οποίο είχε φυλακιστεί από τον ψυχωσικό πατέρα της και το οποίο έφτασε μέχρι τα δεκατρία χρόνια της στη δεκαετία του ’70 χωρίς να της μιλάνε και χωρίς να έχει επαφή με τον έξω κόσμο. Το ενδιαφέρον είναι ότι όταν τελικά διασώθηκε και μπήκε σε πρόγραμμα θεραπείας κι αποκατάστασης, η νοημοσύνη της άρχισε να αναπτύσσεται επειδή πλέον έπαιρνε ερεθίσματα και βρισκόταν σε ένα περιβάλλον ανθρώπινο και όχι φυλακισμένη κάτω από τη σκάλα του σπιτιού της. Απεναντίας, η γλώσσα της παρέμεινε στοιχειώδης και χωρίς γραμματική δομή: η Τζίνι αναπτύχθηκε νοητικά αλλά όχι γλωσσικά.
Παρόμοιο περιστατικό είναι της Τσέλσι, η οποία διαγνώστηκε όταν ήταν τριάντα ενός ετών ως κωφή· παρότι ζούσε στη Βόρεια Καλιφόρνια, επί τριάντα ένα χρόνια οι διαγνώσεις των ειδικών βεβαίωναν ότι ήταν ψυχωσική και ενδεχομένως επικίνδυνη. Επειδή μεν ήταν κωφή δεν μπορούσε να κατακτήσει ομιλούμενη γλώσσα, επειδή δε δεν είχε διαγνωστεί, δεν της νοημάτιζαν. Όταν τελικά διαγνώστηκε ως κωφή και της τοποθετήθηκε κοχλιακό εμφύτευμα μπόρεσε να αναπτυχθεί αρκετά ικανοποιητικά νοητικά, σε βαθμό που έχει δουλειά και είναι πια ανεξάρτητη, αλλά γλωσσικά έμεινε εντελώς πίσω: η ομιλία της και ο λόγος της δεν μοιάζουν ούτε καν με μικρού παιδιού.
Και στις δύο περιπτώσεις, οι γλωσσικές διαταραχές συνυπάρχουν με τη νόηση να βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση, αν και με προφίλ νοητικής υστέρησης. Βεβαίως, είναι δυνατόν άτομα με τυπική νόηση να παρουσιάζουν καθαρά γλωσσικές διαταραχές. Πέρα από επίκτητες αφασίες (π.χ. μετά από τραυματισμούς ή από εγκεφαλικά επεισόδια), μία από τις πιο γνωστές καθαρά γλωσσικές διαταραχές είναι η συγγενής Ειδική Γλωσσική Διαταραχή, από την οποία πάσχει ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού (περίπου το 7,4%) και της οποίας οι συνέπειες μπορούν συνήθως να διορθωθούν με έγκαιρη παρέμβαση.
Αντίστοιχα υπάρχουν πολλές κλινικές περιπτώσεις όπου η γλώσσα είναι δυσανάλογα ανεπτυγμένη σε σχέση με το γενικότερο νοητικό προφίλ, στις οποίες δηλαδή έχουμε ένα προφίλ νοητικής υστέρησης με ανεπτυγμένη γλώσσα. Τέτοιες περιπτώσεις περιλαμβάνουν αυτή της Ντενίζ (Denyse), η οποία είναι εξαιρετικά ετοιμόλογη κι ευφραδής – μάλιστα χαίρεται να μιλάει – παρότι πάσχει από βαριά νοητική υστέρηση. Ενώ δίνει την εντύπωση ενός ευχάριστου και λαλίστατου συνομιλητή, η υστέρησή της δεν της επιτρέπει να έχει καν εικόνα του ποια είναι τα μέλη της οικογένειάς της ενώ πολλές φορές μιλάει για πράγματα τα οποία δεν υπάρχουν (π.χ. τον τραπεζικό της λογαριασμό) μόνο και μόνο για τη χαρά να μιλάει.
Επίσης υπάρχουν άτομα με σύνδρομο Ντάουν και με προφίλ πολύ βαριάς νοητικής υστέρησης αλλά με σχεδόν κανονική γραμματική, ακόμη και όσον αφορά τα λεγόμενα δύσκολα σημεία της γραμματικής. Η γαλλόφωνη Φρανσουάζ (Françoise) είναι μια τέτοια περίπτωση, που αν και με πολύ χαμηλή νοητική ηλικία έχει τη γλωσσική ανάπτυξη παιδιού οκτώ ετών, συνεπώς δεν έχει πρόβλημα με τη γραμματική της γλώσσας της, ούτε καν με το γένος της γαλλικής.
Τέλος μία μοναδική περίπτωση είναι ο Κρίστοφερ (Christopher)· ο Κρίστοφερ είναι savant, που στα ελληνικά έχει αποδοθεί με τον άκομψο όρο «σοφός μικρόνους», όπως ο αυτιστικός πρωταγωνιστής του κινηματογραφικού «Ανθρώπου της βροχής» (Rainman). Ο Κρίστοφερ παρουσιάζει ένα σύνθετο προφίλ αυτισμού, γενικευμένης νοητικής υστέρησης και σωματικής αναπηρίας: διαθέτει ελλιπέστατη οπτικοχωρική αντίληψη, είναι πολύ κακός στο να λύνει προβλήματα, δεν του αρέσει η μυθοπλασία, δεν καταλαβαίνει τα ανέκδοτα, δεν του αρέσει η συναναστροφή με τους ανθρώπους ούτε είναι ιδιαίτερα επικοινωνιακός. Ταυτόχρονα έχει ένα ταλέντο: τις γλώσσες. Αποτελεί μοναδική περίπτωση, αφού όχι μόνο μιλάει άψογα τη μητρική του αγγλική γλώσσα αλλά και ακόμα είκοσι δύο ομιλούμενες γλώσσες ενώ επίσης νοηματίζει στη βρετανική νοηματική γλώσσα. Η πολυγλωσσία σε τέτοια έκταση δεν είναι ανήκουστη, ωστόσο στην περίπτωση του Κρίστοφερ έχουμε έναν πολύγλωσσο ο οποίος πάσχει από πολύ βαριά νοητική υστέρηση και αναπηρία.
Συνοψίζοντας, μπορεί κανείς να διαθέτει τυπική νόηση με προβληματική γλώσσα (Ειδική Γλωσσική Διαταραχή ή αφασίες), μπορεί να διαθέτει άθικτη ή και υπερανεπτυγμένη γλώσσα με νοητική υστέρηση (Ντενίζ, Φρανσουάζ, Κρίστοφερ) και φυσικά υπάρχουν και οι άλλες δύο περιπτώσεις: τυπική γλώσσα με τυπικό νοητικό προφίλ ή βαριά υστέρηση και στα δύο.
Το θαυμαστό γεγονός, ανακάλυψη των γλωσσικών επιστημών τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, είναι ότι μπορεί ένα παιδί με πολύ βαριά νοητική υστέρηση να κατακτήσει πλήρως το πολύπλοκο σύστημα της γλώσσας. Αυτή είναι και η καλύτερη εμπειρική επιβεβαίωση ότι γλώσσα και νόηση δεν ταυτίζονται. Η γλώσσα στους ανθρώπους αποτελεί συνεπώς δυνατότητα η οποία ενυπάρχει από τη γέννηση και δεν αποτελεί προϊόν της γενικότερης νοητικής ανάπτυξης: η γλωσσική ανάπτυξη δεν προϋποθέτει «ανάλογη» νοητική ανάπτυξη.
Και ο Βιτγκενστάιν; Έκανε λάθος; Η απάντηση, όπως και σε κάθε ζήτημα που αφορά τον Βιτγκενστάιν, είναι σαφώς πιο σύνθετη. Ο Friedrich Waismann στο βιβλίο του The Principles of Linguistic Philosophy, που αποτελεί την καλύτερη εκλαΐκευση της κατά Βιτγκενστάιν φιλοσοφίας της γλώσσας, εξηγεί στα κεφάλαια 1 και 5 ότι για τον δάσκαλό του «γραμματική» είναι κάθε σύστημα κανόνων που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι και «γλώσσα» κάθε εφαρμογή αυτής της «γραμματικής». Με άλλα λόγια, τα όρια της «γλώσσας» μας κατά Βιτγκενστάιν ίσως να είναι τα όρια του κόσμου μας· ωστόσο, η γλώσσα όπως την αντιλαμβάνονται οι γλωσσολόγοι αλλά και όλοι οι άνθρωποι πλην του Βιτγκενστάιν είναι ένα αυτόνομο σύστημα που, καλώς εχόντων των πραγμάτων, συνεργάζεται με τη νόηση χωρίς επ’ ουδενί να ταυτίζεται μαζί της ή έστω να αποτελεί μέρος της.