ΓΝΩΣΗ

ΓΝΩΣΗ

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Κ. Π. Καβάφης (1863-1933)

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε και έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, με τις ιδιότυπες εμπειρίες που του πρόσφερε η ζωή της ελληνικής παροικίας, μακριά από την επίδραση που ασκούσε στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας η ισχυρή προσωπικότητα του Παλαμά, ηγετική φυσιογνωμία της Νέας Αθηναϊκής Σχολής και της γενιάς του 1880. Με τη μελέτη κατόρθωσε να γίνει βαθύς γνώστης της ελληνικής ιστορίας και φιλολογίας (ιδιαίτερα των ελληνιστικών χρόνων) καθώς και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Μολονότι χρονολογικά ανήκει στη γενιά του 1880, το έργο του έχει πολλά νεωτερικά στοιχεία και έτσι θεωρείται πρόδρομος της μοντέρνας ποίησης. Είναι ο πιο γνωστός Νεοέλληνας ποιητής εκτός Ελλάδας και ο περισσότερο μεταφρασμένος σε ξένες γλώσσες. Το έργο του έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για πολλούς ξένους ποιητές και λογοτέχνες.
Δημιούργησε μια ποίηση ιδιότυπη με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
-        μετατόπιση του χρόνου του ποιήματος στην Αλεξανδρινή εποχή
-        συμβολισμός
-        διδακτικός τόνος
-        θεατρικότητα
-        λεπτή ειρωνεία
-        ρεαλισμός
-        υποβολή – υπαινικτικότητα
-        αίσθηση του τραγικού
-        στοχαστική – φιλοσοφική διάθεση
-        γλωσσική ακρίβεια – ευστοχία
-        πρόκειται στο σύνολό της για μια ποίηση αντι-λυρική (χωρίς τις παραδοσιακές λυρικές εξάρσεις) που συχνά γίνεται πεζολογική.

Φάσεις του έργου του Καβάφη:
α) 1884-1894: πρώιμη φάση (ρομαντισμός)
β) 1894-1903 (συμβολισμός)
γ) 1900-1933 (ποιητικός ρεαλισμός)

Τα ποιήματα του Καβάφη χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
-        Ιστορικά: αναφέρονται σε ιστορικά περιστατικά – ιδιαίτερα της Ελληνιστικής Εποχής – μέσα από τα οποία εκφράζονται σύγχρονες καταστάσεις
-        Φιλοσοφικά-Διδακτικά: εκφράζουν απόψεις πάνω σε θέματα και προβλήματα της ζωής, όπως η μοίρα, το χρέος, η ματαιότητα των ανθρώπινων μεγαλείων, η «ύβρις», κλπ, και χαρακτηρίζονται για τον διδακτικό-παραινετικό τους χαρακτήρα. Κάποια από αυτά είναι «παραινέσεις προς τους ομοτέχνους» του ποιητές για την ποίηση
-        Ερωτικά: συνδυάζουν τον ερωτισμό με τον αισθητισμό (υπερβολικό ενδιαφέρον για τη μορφή του ποιήματος = μεγάλο ενδιαφέρον για τα μορφικά-εξωτερικά χαρακτηριστικά του ποιήματος και όχι μόνο για το περιεχόμενό του)
Ωστόσο, ο κόσμος που εκφράζει ο ποιητής είναι ενιαίος.

Η γλώσσα του Καβάφη είναι ιδιότυπη όπως και η ποίησή του. Είναι δημοτική, με τύπους της καθαρεύουσας (ένα ίσως ηθελημένο πεζολογικό, ρεαλιστικό στοιχείο) και με τις ιδιαιτερότητες του Κωνσταντινουπολίτικου ιδιώματος.

Ο στίχος του σε ιαμβικό ρυθμό είναι ελεύθερος, πολύ κοντά στον πεζό λόγο, αλλά πολύ προσεγμένος ως προς τη μορφή του.


Ο Καβάφης αναγνώρισε (δημοσίευσε) συνολικά 154 ποιήματα. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ποιητές, όχι μόνο της Ελληνικής αλλά και της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Συνώνυμα- Αντώνυμα

  • Αβέβαιος
ΣΥΝ:αμφίβολος, ασαφής, άδηλος, ακαθόριστος, διστακτικός, ανασφαλής
ΑΝΤ: βέβαιος, σαφής, καθορισμένος, σταθερός, σίγουρος, βέβαιος, εγγυημένος
  • Άβουλος
ΣΥΝ: παθητικός, κατευθυνόμενος, χειραγωγημένος, αναποφάσιστος, άκριτος
ΑΝΤ: έξυπνος, εύστροφος, αυτεξούσιος, αυτενεργός, σκεπτόμενος, υπεύθυνος
  • Άγονος
ΣΥΝ: άκαρπος, αναποτελεσματικός, ατελέσφορος, μάταιος, άσκοπος, ανώφελος
ΑΝΤ:εύφορος,πλούσιος,καρποφόρος,αποδοτικός,αποτελεσματικός,δημιουργικός,ωφέλιμος, παραγωγικός
     Αδαής
ΣΥΝ: άσχετος, άπειρος, απληροφόρητος
ΑΝΤ: ειδήμων, ειδικός, γνώστης, καταρτισμένος, συγκροτημένος, καλλιεργημένος
  • Άδηλος
ΣΥΝ: αβέβαιος, αδιευκρίνιστος, αμφίβολος, κρυφός, μυστικός, αφανής, αόρατος
ΑΝΤ: εμφανής, συγκεκριμένος, δεδομένος, γνωστός, αναμφίβολος, φανερός
  • Αδιάβλητος
ΣΥΝ:τίμιος,άψογος,άμεμπτος,αδέκαστος,αντικειμενικός,αμερόληπτος,δίκαιος,αξιοκρατικός
ΑΝΤ: διαβλητός, ύποπτος, μεροληπτικός, διεφθαρμένος, άδικος, αναξιοκρατικός
     Αδιανόητος
ΣΥΝ: ανήκουστος, πρωτάκουστος, εξωφρενικός, ασύλληπτος, πέραν της κοινής λογικής
ΑΝΤ: κοινότοπος, φυσικός, λογικός, εύλογος, θεμιτός, αυτονόητος, πιθανός
  • Αδιευκρίνιστος
ΣΥΝ: μπερδεμένος, αδιασάφητος, περίπλοκος, αδιαφώτιστος, συγκεχυμένος
ΑΝΤ: διευκρινισμένος, αποσαφηνισμένος, ξεκάθαρος, σαφής, διαυγής
     Αδρός
ΣΥΝ:έντονος,χτυπητός,ευδιάκριτος,άφθονος,μπολικός,επαρκής,πλούσιος,μεστός,χυμώδης
ΑΝΤ:λεπτός,μαλακός,διακριτικός,αναλυτικός,εξαντλητικός,πλήρης,ραδινός,καχεκτικός
    Αιδημοσύνη
ΣΥΝ: ντροπαλότητα, ντροπαλοσύνη, συστολή, ηθική αυτοσυγκράτηση
ΑΝΤ: αδιαντροπιά, ξετσιπωσιά, ξεδιαντροπιά, χυδαιότητα, προστυχιά
   Αίσιος
ΣΥΝ:ευνοϊκός,ευοίωνος,αισιόδοξος,ελπιδοφόρος,ευμενής,θετικός,ευχάριστος,επιτυχής,φωτεινός,λαμπρός
ΑΝΤ: δυσοίωνος, απαισιόδοξος, απελπιστικός, αποθαρρυντικός
    Αιχμή
ΣΥΝ: ακίδα, μύτη, κορυφή, υπαινιγμός
ΑΝΤ:εφεδρεία,συμπλήρωμα,ύφεση,χαλάρωση,ελάττωση,αραίωση,εξασθένηση,εξάντληση
  • Ακατάλληλος
ΣΥΝ: αταίριαστος, ανάρμοστος, ανίκανος, άσχετος, ασύμβατος, άστοχος
ΑΝΤ: κατάλληλος, ταιριαστός, ευνοϊκός, προτεινόμενος, απαραίτητος, ακριβής
  • Ακούσιος
ΣΥΝ: αθέλητος, ασχεδίαστος, απρογραμμάτιστος, αυθόρμητος, συμπτωματικός
ΑΝΤ: εκούσιος, ηθελημένος, εσκεμμένος, σκόπιμος, συνειδητός, επιλεγμένος
  • Ακυρώνω
ΣΥΝ:καταργώ,καταλύω,αναιρώ,ανακαλώ,ματαιώνω,μηδενίζω,αποδυναμώνω
ΑΝΤ:θεσπίζω,εφαρμόζω,επικυρώνω,επιβεβαιώνω,διατηρώ,δυναμώνω,τηρώ
  • Αλόγιστος
ΣΥΝ:απερίσκεπτος,άκριτος,ανεύθυνος,αδικαιολόγητος,υπερβολικός,άμετρος
ΑΝΤ:λογικός,συνετός,φρόνιμος,μετρημένος,υπεύθυνος,ασφαλής,ανεκτός
  • Αμείωτος
ΣΥΝ: ακέραιος, αμετάβλητος, συνεχής, αδιάλειπτος, αδιάκοπος, σταθερός
ΑΝΤ: ελαττωμένος, συρρικνωμένος, μειωμένος, περιορισμένος, πτωτικός
  • Αμυδρός
ΣΥΝ: αόριστος, θολός, δυσδιάκριτος, αδύναμος, ελάχιστος, περιορισμένος
ΑΝΤ: ακριβής, συγκεκριμένος, εμφανής, έντονος, αισθητός, αρκετός, ξεκάθαρος
  • Αναβαθμίζω
Σ:ανεβάζω,ενισχύω,προβιβάζω,ισχυροποιώ,προάγω,βελτιώνω,προωθώ,διευρύνω,εμπλουτίζω
ΑΝΤ: υποβαθμίζω, υποβιβάζω, αποδυναμώνω, απαξιώνω, περιορίζω, επιδεινώνω
  • Αναβιώνω
ΣΥΝ: ξαναζωντανεύω, επαναφέρω, επανέρχομαι, ανακαλούμαι
ΑΝΤ: λησμονώ, ξεχνώ, φθίνω
  • Αναζωογονώ
ΣΥΝ: τονώνω, φρεσκάρω, αναθερμαίνω, ανανεώνω, ενισχύω, ξαναφουντώνω
ΑΝΤ: εξαντλώ, εξουθενώνω, κουράζω, αποδυναμώνω, υπονομεύω
  • Αναθαρρώ
ΣΥΝ: ξεθαρρεύω, εμψυχώνομαι, τονώνομαι
ΑΝΤ: αποθαρρύνομαι, απογοητεύομαι, απελπίζομαι, καταρρέω
  • Αναθεωρώ
ΣΥΝ: ξανακοιτάζω, επανεξετάζω, ελέγχω, αλλάζω, μεταβάλλω, τροποποιώ
ΑΝΤ: διατηρώ, κρατάω κάτι άθικτο
  • Αναιρώ
ΣΥ:αντικρούω,ανακαλώ,ακυρώνω,καταργώ,αντιφάσκω,διαγράφω,εναντιώνομαι,υπαναχωρώ
ΑΝΤ: επιβεβαιώνω, τεκμηριώνω, θεμελιώνω, τηρώ, εκπληρώνω, διατηρώ, συνεχίζω, συμπληρώνω, εναρμονίζομαι, συμφωνώ, επαληθεύω, επιβεβαιώνω
  • Αναλώνω
ΣΥΝ: ξοδεύω, δαπανώ, διαθέτω, προσφέρω, αφιερώνω, εξαντλώ
ΑΝΤ
: κρατώ, συντηρώ, φυλάω, εξοικονομώ, φείδομαι, υπολογίζω
  • Αναπληρώνω
ΣΥΝ: αντικαθιστώ, υποκαθιστώ, καλύπτω, συμπληρώνω, βοηθώ
ΑΝΤ: διατηρώ, κρατάω, χάνω
  • Αναπόσπαστος
ΣΥΝ: αχώριστος, φυσικός, εγγενής, δομικός, θεμελιώδης, αξεκόλλητος
ΑΝΤ:αποσπάσιμος,διαχωρίσιμος,επίκτητος,τεχνητός,πρόσθετος,συμπληρωματικός,απαλλοτριώσιμος,συνδεδεμένος
  • Αναπόφευκτος
ΣΥΝ: αναπόδραστος, μοιραίος, αναγκαίος, αναγκαστικός, υποχρεωτικός
ΑΝΤ: αποτρέψιμος, αναστρέψιμος, αβέβαιος, προαιρετικός

  • Ανασυγκροτώ
ΣΥΝ: ξαναφτιάχνω, ανασυντάσσω, ανασυνδέω, αναδομώ, ανασχηματίζω
ΑΝΤ: διαλύω, χαλάω, απορρυθμίζω, αποδιοργανώνω, καταστρέφω, αποσυνθέτω
  • Ανασύσταση
ΣΥΝ: ανασυγκρότηση, επανίδρυση, επαναλειτουργία, αναβίωση
ΑΝΤ: διάλυση, κλείσιμο, κατάλυση
  • Ανεμπόδιστος
ΣΥΝ: απρόσκοπτος, ελεύθερος, απεριόριστος, ανενόχλητος, απερίσπαστος
ΑΝΤ: εμποδισμένος, κωλυόμενος, περιορισμένος, ελεγχόμενος, δύσκολος
  • Ανένδοτος
ΣΥΝ: ανυποχώρητος, αμετακίνητος, αδιάλλακτος, αμετάπειστος, άκαμπτος
ΑΝΤ: ενδοτικός, υποχωρητικός, συζητήσιμος, διαλλακτικός, επιεικής, συμβιβαστικός, ήπιος, μετριοπαθής
  • Ανεπαρκής
ΣΥΝ: ελλιπής, λιγοστός, μικρός, περιορισμένος, πενιχρός, αναποτελεσματικός
ΑΝΤ: αρκετός, επαρκής, ικανοποιητικός, άφθονος, περίσσιος, πλούσιος, ικανός
  • Ανέχομαι
ΣΥΝ:υπομένω,υφίσταμαι,αντέχω,υποφέρω,επιτρέπω,δικαιολογώ,παραβλέπω
ΑΝΤ: δυσανασχετώ, αγανακτώ, εξανίσταμαι, διαμαρτύρομαι, αποδοκιμάζω
  • Ανιδιοτελής
ΣΥΝ: αφιλοκερδής, αγνός, ανυστερόβουλος
ΑΝΤ: ιδιοτελής, συμφεροντολόγος, κερδοσκοπικός, ωφελιμιστής, υστερόβουλος
  • Ανούσιος
ΣΥΝ: αδιάφορος, ανιαρός, ασήμαντος, περιττός, μάταιος, άσκοπος
ΑΝΤ: ουσιώδης, μεστός, αξιόλογος, σημαντικός, ουσιαστικός, καίριος, ενδιαφέρων, συναρπαστικός, χρήσιμος, ωφέλιμος, αποτελεσματικός
  • Αντέχω
ΣΥΝ: υπομένω, ανέχομαι, συγκρατούμαι, αντεπεξέρχομαι, αυτοπεριορίζομαι
ΑΝΤ: αντιδρώ, δυσανασχετώ, αγανακτώ, εξουθενώνομαι, αδυνατώ, εξαντλούμαι
  • Αντίκτυπος
ΣΥΝ:συνέπεια,αποτέλεσμα,επίπτωση,επενέργεια,επίδραση,απήχηση,απόηχος
   Αντίρροπος
ΣΥΝ:αντίζυγος,εξισορροπητικός,αντισταθμιστικός,αντίδρομος,αντίθετης κατεύθυνσης
ΑΝΤ:ομόρροπος,συναφής,συγγενής,συγγενικός,ενιαίος,αρμονικός,κοινός,ο ίδιος
    Αντίφαση
ΣΥΝ: αντινομία, εναντιολογία, αμοιβαία αποκλειόμενες θέσεις/προτάσεις, αντιθέσεις, αντίρροπες εσωτερικές δυνάμεις
ΑΝΤ: ταυτότητα, ταυτολογία, ομοιότητα, κοινότητα, σύμπτωση, συμφωνία, ταύτιση
  • Ανυπέρβλητος
ΣΥΝ: αξεπέραστος, ανυπέρβατος, ανίκητος, ακαταγώνιστος
ΑΝΤ:υπερβατός,εύκολος,αντιμετωπίσιμος,κοινός,ευκίνητος,εφικτός,κατορθωτός
  • Απαράβατος
ΣΥΝ: υποχρεωτικός,δεσμευτικός,απαραβίαστος,αδιαπραγμάτευτος,ακατάργητος
ΑΝΤ: προαιρετικός, αναιρέσιμος, αθετήσιμος, παραβιάσιμος, ακυρώσιμος
  • Απειλή
ΣΥΝ: εκφοβισμός, κίνδυνος, φάσμα, φόβος, φοβέρα, φοβέρισμα
ΑΝΤ
:ενθάρρυνση,εμψύχωση,συμπαράσταση,προστασία,εγγύηση,διασφάλιση
  • Άπειρος
ΣΥΝ: άμαθος, άβγαλτος, ατελείωτος, απέραντος, απεριόριστος, αμέτρητος
ΑΝΤ: έμπειρος, πεπειραμένος, περιορισμένος, μικρός, ελάχιστος, πεπερασμένος
  • Απέραντος
ΣΥΝ: άπειρος, αχανής, ατελείωτος, ανυπολόγιστος, ανεξάντλητος, απεριόριστος
ΑΝΤ: πεπερασμένος, (περι) ορισμένος, λιγοστός, μικρός, ελάχιστος, απειροστός
  • Αποβάλλω
ΣΥΝ: απομακρύνω, εκδιώκω, εκβάλλω, απορρίπτω, απεκκρίνω, ξεφορτώνομαι
ΑΝΤ: προσκαλώ, επαναφέρω, ανακαλώ, δέχομαι, ενσωματώνω, αφομοιώνω
  • Αποκρούω
ΣΥΝ:απωθώ,αναχαιτίζω,σταματώ,ανακόπτω,διώχνω,απομακρύνω,αντικρούω
ΑΝΤ: υποκύπτω, καταβάλλομαι, λυγίζω, κάμπτω, υποχωρώ, χάνω, αποδέχομαι
  • Απόλυτος
ΣΥΝ: πλήρης, τέλειος, ακέραιος, άμεσος, κατηγορηματικός, καθαρός, αμιγής
ΑΝΤ: σχετικός, περιορισμένος, ατελής, εξαρτημένος, διαλλακτικός, αναιρέσιμος
  • Αποπροσανατολίζω
ΣΥΝ: παραπλανώ, ξεγελώ, αποσπώ, περισπώ, εκτρέπω, ξεστρατίζω
ΑΝΤ: προσανατολίζω, διαφωτίζω, αποκαλύπτω, καθοδηγώ, προσηλώνω
  • Αποσιωπώ
ΣΥΝ:αποκρύπτω,προσπερνώ,αντιπαρέρχομαι,συγκαλύπτω,παρασιωπώ,αγνοώ
ΑΝΤ:φανερώνω,δηλώνω,αναφέρω,κοινοποιώ,ενημερώνω,πληροφορώ,τονίζω
  • Αποστασιοποιούμαι
ΣΥΝ: διαφοροποιούμαι, ωριμάζω, αυτονομούμαι, ουδετεροποιούμαι, απέχω
ΑΝΤ: ταυτίζομαι, αφομοιώνομαι, εξαρτώμαι, συνταυτίζομαι, προσδιορίζομαι
  • Αποσύρω
ΣΥΝ: απομακρύνω, αποτραβώ, καταργώ, παύω, αντικαθιστώ, αποχωρώ, φεύγω
ΑΝΤ: αποστέλλω, προωθώ, παρουσιάζω, παρέχω, διατηρώ, προχωρώ, έρχομαι
  • Αποτελώ
ΣΥΝ: συγκροτώ, σχηματίζω, συνιστώ, θεωρούμαι, είμαι, λογίζομαι
ΑΝΤ: λείπω, απουσιάζω, απέχω, διαφέρω, ξεφεύγω
  • Απότομος
ΣΥΝ:κάθετος,απόκρημνος,κοφτός,ξαφνικός,αγενής,ραγδαίος,έντονος,βιαστικός
ΑΝΤ:επίπεδος,ομαλός,φυσιλογικός,κόσμιος,πράος,βραδύς,εξελικτικός,χαλαρός
  • Αποτρέπω
ΣΥΝ: μεταπείθω, αποθαρρύνω, αποσπώ, απομακρύνω, προλαμβάνω, αποφεύγω
ΑΝΤ: πείθω, προτείνω, συνιστώ, εγκρίνω, επιτρέπω, προκαλώ, πραγματοποιώ
  • Αποτυπώνω
ΣΥΝ: σταμπάρω, φωτογραφίζω, παρουσιάζω, συγκρατώ, εγγράφομαι
ΑΝΤ:καλύπτω,σβήνω,εξαλείφω,κρύβω,συσκοτίζω,διαστρεβλώνω,αγνοώ,ξεχνώ
  • Απροκάλυπτος
ΣΥΝ:απροσχημάτιστος,απροφάσιστος,ωμός,κυνικός,ανοιχτός,ευθύς,ξεκάθαρος
ΑΝΤ:συγκαλυμμένος,διακριτικός,διπλωματικός,έμμεσος,υπαινικτικός,πλάγιος
  • Απωθώ
ΣΥΝ: σπρώχνω, αποκρούω, αναχαιτίζω, ενοχλώ, δυσαρεστώ
ΑΝΤ:προσκαλώ,προσελκύω,υποχωρώ,οπισθοχωρώ,υποκύπτω,εκφράζω,γοητεύω
  • Αρκετός
ΣΥΝ: επαρκής, ικανοποιητικός, κάμποσος, περίσσιος, υπέρμετρος, αξιόλογος
ΑΝΤ: ανεπαρκής, περιορισμένος, λειψός, λίγος, λιγοστός
  • Αρμόζω
ΣΥΝ: συνδυάζω, ταιριάζω, συναρμολογώ ,(ως γ’ εν.): συνάδει, συμφωνεί, πάει
ΑΝΤ: αποσυνδέω, αποσπώ, ξεκολλάω, αντιβαίνει, αντίκειται, αντιβαίνει
  • Αρχάριος
ΣΥΝ: άπειρος, άμαθος, άβγαλτος, πρωτόπειρος, αδέξιος, πρωτάρης
ΑΝΤ: έμπειρος, πεπειραμένος, βετεράνος, παλιός, γνώστης, ειδικός, επιδέξιος
  • Αρωγή
ΣΥΝ: συνδρομή, βοήθεια, επικουρία, συμπαράσταση, υποστήριξη, επιδότηση
ΑΝΤ: εγκατάλειψη, αδιαφορία, παραμέληση, εναντίωση, αφαίρεση, βλάβη
    Άσπονδος
ΣΥΝ: αδιάλλακτος, σκληρός, ορκισμένος, θανάσιμος, ασυμφιλίωτος, αγεφύρωτος, εικονικός, υποκριτικός, προσποιητός, φανατικός, αμετάπειστος, ακλόνητος
ΑΝΤ:διαλλακτικός,ήπιος,συνεννοήσιμος,μετριοπαθής,χαλαρός,επιφανειακός,ασήμαντος,ανούσιος,εξουδετερωμένος,απαμβλυμένος,αληθινός,γνήσιος,αυθεντικός,τίμιος
   Ασπόνδυλος
ΣΥΝ:δουλόφρων,δουλοπρεπής,αναξιοπρεπής,υποτακτικός,ραγιάς,γλοιώδης,οσφυοκάμπτης,ασυγκρότητος
ΑΝΤ:σπονδυλωτός,αξιοπρεπής,γενναίος,υπερήφανος,φιλότιμος,μαχητικός,σφιχτός,συνεκτικός,δομημένος,σταθερός,διαρθρωμένος
  • Αστάθμητος
ΣΥΝ: απρόβλεπτος, ανυπολόγιστος, ανεξέλεγκτος, αναπάντεχος, αβέβαιος
ΑΝΤ: υπολογίσιμος, προβλέψιμος, ελεγχόμενος, σταθερός, εγγυημένος, βέβαιος
    Ασυδοσία
ΣΥΝ: αυθαιρεσία, αναρχία, αταξία, έλλειψη περιορισμών, ετσιθελισμός
ΑΝΤ: περιορισμός, μέτρο, ευθύνη, τάξη, νομικός φραγμός, έλεγχος, επίβλεψη, επιτήρηση
    Ασύλληπτος
ΣΥΝ:άπιαστος,αδιανόητος,αφάνταστος,δυσεξήγητος,απίστευτος,απίθανος,φανταστικός,εξωπραγματικός
ΑΝΤ:συλληφθείς,φυλακισμένος,αιχμάλωτος,απλός,απλοϊκός,κατανοητός,τετριμμένος
  • Ασυνείδητος
ΣΥΝ: ασυναίσθητος, ασυγκίνητος, αφιλότιμος, άτιμος, διαφθαρμένος, φαύλος
ΑΝΤ:ευαίσθητος,φιλότιμος,ευσυνείδητος,έντιμος,ηθικός,δίκαιος,τίμιος,σκόπιμος
  • Ατελής
ΣΥΝ:ανολοκλήρωτος,λειψός,μισός,ελαττωματικός,ανεπαρκής,προβληματικός
ΑΝΤ: ολοκληρωμένος, πλήρης, ακέραιος, άρτιος, άψογος, πλήρης, εντελής
  • Αυθεντικός
ΣΥΝ:αληθινός,γνήσιος,πραγματικός,ατόφιος,πρωτότυπος,αρχικός,φυσικός,ευθύς
ΑΝΤ:ψεύτικος,νόθος,επιτηδευμένος,προσποιητός,εικονικός,τεχνητός,ψευδής
  • Αυξάνω
ΣΥΝ:μεγαλώνω,επεκτείνω,ανεβάζω,ενισχύω,δυναμώνω,πληθαίνω,επιτείνω
ΑΝΤ: μειώνω, ελαττώνω, περιορίζω, ελαχιστοποιώ, εξασθενίζω, υποβαθμίζω
  • Αυταπάτη
ΣΥΝ: ψευδαίσθηση, φρεναπάτη, παραίσθηση, ονειροφαντασία, πλάνη, φενάκη
ΑΝΤ: πραγματικότητα, ρεαλισμός, βεβαιότητα, θετικότητα, αλήθεια, θετικισμός
  • Αυτόβουλος
ΣΥΝ:εκούσιος,εθελοντικός,αυτοπροαίρετος,συνειδητός,ανεξάρτητος,αυτενεργός
ΑΝΤ:ακούσιος,επιβεβλημένος,αθέλητος,καταναγκαστικός,άβουλος,ετερόνομος
  • Αυτόδηλος
ΣΥΝ:πρόδηλος,προφανής,ολοφάνερος,καταφανής,δεδομένος,αναμφισβήτητος
ΑΝΤ: άδηλος, αφανής, αναπόδεικτος, υποθετικός, αποδεικτέος, ζητούμενος
  • Άφθονος
ΣΥΝ: πλούσιος, πληθωρικός, πολύς, ατελείωτος, αναρίθμητος, υπεραρκετός
ΑΝΤ:λίγος,ελάχιστος,πενιχρός,ισχνός,ανεπαρκής,φτωχός,μίζερος,περιορισμένος
  • Αφορμή
ΣΥΝ:πρόφαση,πρόσχημα,δικαιολογία,λόγος,αιτία,κίνητρο,έναυσμα,ευκαιρία
ΑΝΤ: αποτέλεσμα, κατάληξη, έκβαση, συνέπεια, επακόλουθο
  • Αψηφώ
ΣΥΝ:αδιαφορώ,παραβλέπω,παραγνωρίζω,αγνοώ,παρακούω,απειθαρχώ,υποτιμώ
ΑΝΤ:μετράω,υπολογίζω,λογαριάζω,σέβομαι,υπακούω,(εκ)τιμώ,ανταποκρίνομαι
  • Άψογος
ΣΥΝ:άρτιος,τέλειος,αψεγάδιαστος,αλάνθαστος,άπταιστος,άριστος,αρμονικός
ΑΝΤ:λανθασμένος,προβληματικός,ελαττωματικός,ατελής,μεμπτός,κατακριτέος
  • Βάναυσος
ΣΥΝ: αγροίκος, χυδαίος, άξεστος, απότομος, σκληρός, βάρβαρος, αγενής
ΑΝΤ: πράος, ήπιος, ειρηνικός, διακριτικός, καλλιεργημένος, πολιτισμένος
  • Βατός
ΣΥΝ: απλός, εύκολος, στρωτός, προσιτός, κατανοητός, σαφής, εύληπτος
ΑΝΤ: περίπλοκος, δύσκολος, δυσνόητος, ασαφής, τραχύς, απρόσιτος