ΓΝΩΣΗ

ΓΝΩΣΗ

Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

Με τον τρόπο του Γ.Σ. , Γ. Σεφέρης

Το ποίημα 

Το ποίημα, γραμμένο το καλοκαίρι του 1936, ανήκει στη συλλογή Τετράδιο γυμνασμάτων (1928-1937). Ο τίτλος είναι μετάφραση του γαλλικού λογοτεχνικού όρου «à la manière de....». Το ποίημα μιμείται θεματολογικά και υφολογικά την ποιητική σύνθεση Μυθιστόρημα του ίδιου του ποιητή, καθώς περιδιαβαίνει σε τουριστικούς και αρχαιολογικούς τόπους της μεσοπολεμικής Ελλάδας. 


Το ιστορικό πλαίσιο  του ποιήματος : η κατάσταση στην Ελλάδα το 1936 

Η κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου, μετά από τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης (1928-1932) δεν καταφέρνει να παραμείνει στην εξουσία - εξαιτίας και των διεθνών, δυσμενών οικονομικών συγκυριών - και, μετά από αλλεπάλληλες «στείρες» εκλογικές αναμετρήσεις, την πρωθυπουργία αναλαμβάνει ο αντιβενιζελικός Παναγής Τσαλδάρης. Αξιωματικοί προσκείμενοι στο Βενιζέλο, σε μία επιπόλαια και απέλπιδα κίνηση, οργανώνουν πραξικόπημα, με αρχηγό το Νικόλαο Πλαστήρα. Το πραξικόπημα φαίνεται να ενθαρρύνει ο ίδιος ο Βενιζέλος. Ωστόσο, η κυβέρνηση καταστέλλει το πραξικόπημα, κηρύττει σε κατάσταση πολιορκίας τη χώρα, τιμωρεί τους κινηματίες αξιωματικούς, ενώ έκτακτο στρατοδικείο καταδικάζει ερήμην σε θάνατο τους Ν. Πλαστήρα και Ελ. Βενιζέλο που βρίσκονται στο εξωτερικό. Το αποτυχημένο πραξικόπημα του Πλαστήρα ενδυναμώνει τους φιλοβασιλικούς, καθώς και τους αντιπάλους του Βενιζέλου, οι οποίοι επιτυγχάνουν άνετη νίκη στις εκλογές της 9ης Ιουνίου του 1935.Ο Γιώργος Κονδύλης πρωταγωνιστεί στις μετέπειτα εξελίξεις: ανατρέπει την κυβέρνηση του Π. Τσαλδάρη, επαναφέρει το Σύνταγμα του 1911 και συντελεί στην παλινόρθωση της βασιλείας, διοργανώνοντας το δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου.

Η επιστροφή του βασιλιά Γεωργίου Β΄ και οι (χωρίς ουσιαστικό νικητή) εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 σηματοδοτούν νέες εξελίξεις. Τελικά, ο βασιλιάς ορκίζει πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, στις 27 Απριλίου.
Αδιαφορώντας για τη λαϊκή αντίδραση και έχοντας τη στήριξη του βασιλιά και των ξένων δυνάμεων, ο Μεταξάς εγκαθιστά δικτατορία στην Ελλάδα, στις 4 Αυγούστου του 1936, διαλύει τη Βουλή και αναστέλει αρκετά άρθα του Συντάγματος. Ως δικαιολογία για την επιβολή της δικτατορίας προβλήθηκε η ανάγκη για αποκατάσταση της «τάξης» και του ομαλού κοινωνικού βίου, που είχαν διαταραχτεί, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των υποστηριχτών της δικτατορίας, από τις συνεχιζόμενες απεργίες και τα συλλαλητήρια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το διεθνές πολιτικό σκηνικό ευνόησε τη δικτατορία του Μεταξά, καθώς ναζιστικά, φασιστικά και μοναρχικά καθεστώτα έκαναν ήδη έντονη την παρουσία τους, σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η δικτατορία του Μεταξά είχε απτά στοιχεία από το ναζιστικό καθεστώς του Χίτλερ στη Γερμανία και από το φασιστικό του Μουσολίνι στην Ιταλία.Πιο συγκεκριμένα, το καθεστώς Μεταξά προχώρησε σε παρακολουθήσεις πολιτών και σε πολιτικές διώξεις των αντιφρονούντων (φυλάκιση, βασανιστήρια, εξορία), ενώ επιβλήθηκε λογοκρισία σε εφημερίδες, θέατρα, βιβλία κτλ. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του καθεστώτος Μεταξά ήταν η  οργάνωση των νέων, από 8 έως 20 ετών, στην Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (ΕΟΝ). Σύμφωνα με τους τότε κυβερνώντες, η ΕΟΝ δημιουργήθηκε για να τονωθεί το εθνικό φρόνιμα των νέων, οι οποίοι μεγάλωναν με νωπές ακόμα τις μνήμες από τη μικρασιατική καταστροφή.  
Θεματικά κέντρα
  • Μυθολογικό παρελθόν – ταπεινό παρόν της σύγχρονης Ελλάδας
  • Συλλογική αδράνεια, εφησυχασμός, αποπροσανατολισμός
  • Ιστορικός και κοινωνικός προβληματισμός του ποιητή


Η πικρή εξομολόγηση – περιοχές περιδιάβασης του ποιητή

Η ευαισθησία του ποιητή «πληγώνεται», καθώς βιώνει τη διάσταση ανάμεσα στο ηρωικό χθες και το ευτελές και μίζερο σήμερα. Από τη μια το Πήλιο, η Σαντορίνη και οι Μυκήνες επιτρέπουν τη συνομιλία με την παράδοση μέσω  μυθολογικών συνειρμών, ξυπνούν μνήμες και ζωντανεύουν συγκινήσεις. Από την άλλη, οι Σπέτσες, ο Πόρος, η Μύκονος με τη ρηχή, ξενόφερτη, τουριστική ελάφρότητά τους βασανίζουν τον ποιητή (με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες)

Εικόνες της σύγχρονης πολιτισμικής παρακμής (στ. 18-33)
  • Εσωτερική μετανάστευση, αποκοπή από πολιτισμικές ρίζες-παραδόσεις, ευτέλεια επιλογών-ενδιαφερόντων, επιδεικτική-επίπλαστη συμμετοχή στην αστική ζωή, πληκτική, ανούσια καθημερινότητα, «φτιασιδωμένη» ψεύτικη εικόνα.
  • Αποσπασματικός διάλογος, παρωδία αγοραίας καθαρεύουσας που συμβάλλει στη συλλογική ηθική κατάπτωση.
  • Α΄πληθ., τριπλή επανάληψη(δεν ξέρουμε), μεταφορά (ξέμπαρκοι) : η συλλογική άγνοια των Ελλήνων, η επιλογή της στασιμότητας-αδιαφορίας, ενώ ο Ελληνισμός πορεύεται ερήμην των Ελλήνων στα πεπρωμένα του.


Η Ελλάδα ταξιδεύει χωρίς πυξίδα και κυβερνήτη
  • Εξαίρεση στο κλίμα αδράνειας, στασιμότητας και εφησυχασμού οι αυτόχειρες που επιχείρησαν τον άνισο αγώνα, «να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι» και «τα κορμιά τους ανθίζουν στο Αιγαίο», δεν έχουν βουλιάξει, γιατί ο θάνατός τους έχει καταξιωθεί.
  • Ο Σεφέρης “βλέπει” το Αιγαίο σπαρμένο από ιδανικούς αυτόχειρες, Έλληνες της δικής του απελπισιάς, εκεί που ο ηλιοπότης Ελύτης “έβλεπε” γυμνές, λευκόχροες κόρες μες το φως. Πάντως, ο γιος του πανεπιστημιακού καθηγητή Σεφεριάδη, ο δαιμονικά ευφυής κ. Σεφέρης, ο ερμητικός, μ`όλη τη γοητεία του σκοτεινού, που δεν δίνει καμιά προεξοχή για να πιαστεί ο εύκολος αναγνώστης, ποτέ δεν θα γινόταν ένας ιδανικός αυτόχειρας σαν τον Καρυωτάκη. Ο Γιώργος Σεφέρης, αστός, ιδιοφυής ποιητής, απ`τη στόφα και τη μοίρα του τέτοιος, πέθανε ευκλεής στην κλίνη του. Ο Κώστας Καρυωτάκης, από αστικό σπίτι κι αυτός, πέθανε αλλιώς…ένας Έλληνας, από το ίδιο εωσφορικό και καταραμένο γένος.
    Αυτοσχόλια
    Αύγουστος 1936. Αίγινα, οικία Φλώρου
    Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονότατο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα που τόσο σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά δεν είναι ο τόπος μας αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό. Ωστόσο νομίζω πως αυτό το συναίσθημα, συνειδητό ή όχι - αδιάφορο, χαραχτηρίζει όσους από τους ανθρώπους μας των εκατό τόσων τελευταίων χρόνων αξίζει να τους λογαριάσει κανείς. Οι μεγάλοι κολυμπητάδες, που αγωνίστηκαν, όσο κρατούσαν τα μπράτσα τους, να φτάσουν και να ιδούνε από πιο κοντά αυτό το σκληρό νησί του Αιόλου, την άλλη Ελλάδα. [Όλοι τους βούλιαξαν¼]
                                                             Μέρες Γ΄, σ. 336 Απρίλη 1937
    Αλήθεια, δε γυρεύει κανείς ούτε να φύγει, ούτε να ταξιδέψει, ούτε να ξαναβρεί ανθρώπους που αγαπά, ούτε ακόμη να δημιουργήσει. Κατά βάθος γυρεύει να βγει από τον εαυτό του, και ίσως το κριτήριο της αξίας του καθενός μας, να είναι ο τρόπος που ο καθένας μας καταφέρνει να βγαίνει από τον εαυτό του¼
                                                      Ιωάννα Τσάτσου, σ. 352
    Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 1938. Αθήνα
    Ο τόπος αυτός που μας πληγώνει, που μας εξευτελίζει.
                                                             Μέρες Γ΄, σ. 95
    Κυριακή, 26 Οκτώβρη 1941
    Γύριζε [ο Νίκος Γκάτσος], το χειμώνα του '36, σπίτι του από μια ταβέρνα. Ήμουνα στην Κορυτσά και είχα στείλει στην Αθήνα, σε χειρόγραφο, το "Με τον τρόπο του Γ.Σ.". Κατά κακή του τύχη -μολονότι πολύ αθώος, είχε κάποτε ύφος φοβερά βλοσυρό- τον έπιασαν και τον πήγαν στο τμήμα. Τον έψαξαν. Στη τσέπη του το χειρόγραφο:- Ρε, τι σου κάνει η Ελλάδα και σε πληγώνει; Κομμουνιστής, ε;
    - Μα, κύριε αστυνόμε, δεν το' γραψα εγώ αυτό, το' γραψε ο κ. Σ. που είναι πρόξενος.
    - Πρόξενος, ε; Τέτοιους προξένους έχουμε γι αυτό πάμε κατά διαβόλου.
    Ευτυχώς βρέθηκαν στις τσέπες του και κάτι άλλα της ίδιας τεχνοτροπίας που 
    αφόπλισαν τους φρουρούς της ησυχίας μας:- Σ' αφήνουμε, μωρέ, γιατί είσαι βλάκας, του είπαν όταν τα διάβασαν.
                                                            Μέρες Δ΄, σ. 146
     
  •  ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ 
  • 1.Αυτό το ποίημα ίσως φανερώνει με τον τίτλο του μια πρόθεση του Σεφέρη να δει τον εαυτό του από έξω, να κάνει κάποια αυτοκριτική. Να συζητήσετε το θέμα αυτό στην τάξη και η συζήτηση να επεκταθεί στο κατά πόσο τα ποιήματα και τα ημερολόγια του Σεφέρη συμβάλλουν στην κατάκτηση της αυτογνωσίας και της προσωπικής και ποιητικής του ωρίμανσης. 
       


      2.   Θα μπορούσε το ποίημα αυτό να γραφτεί σήμερα και με ποιες τροποποιήσεις; Δοκιμάστε να το γράψετε


        
     

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Αρχαία Ελληνική Γλώσσα - Ενότητα 9η

Εἰ μέλλουσιν ἡμῖν ἐνθένδε εἴτε ἀποδιδράσκειν,
Αν, ενώ σκοπεύουμε εμείς είτε να δραπετεύσουμε από εδώ,
εἴθ’ ὅπως δεῖ ὀνομάσαι τοῦτο,
είτε όπως αλλιώς ταιριάζει να ονομάσουμε μια τέτοια πράξη,
ἐλθόντες οἱ νόμοι καὶ τὸ κοινὸν τῆς πόλεως
αφού έρχονταν οι νόμοι και οι δημόσιες αρχές
ἐπιστάντες ἔροιντο·
και σταθούν μπροστά μας μάς ρωτήσουν:
Εἰπέ μοι, ὦ Σώκρατες, τὶ ἐν νῷ ἔχεις ποιεῖν;
Πες μας, Σωκράτη, τι έχεις στο νου σου να κάνεις;
Ἄλλο τι ἤ τούτῳ τῷ ἔργῳ ᾧ ἐπιχειρεῖς
Κάτι άλλο ή με αυτήν την πράξη που επιχειρείς
διανοῇ τούς τε νόμους ἡμᾶς ἀπολέσαι
σκέφτεσαι και εμάς τους νόμους να καταστρέψεις
καὶ σύμπασαν τὴν πόλιν τὸ σὸν μέρος;
και όλη την πόλη όσο περνάει από το χέρι σου;
Ἤ δοκεῖ σοι οἷόν τε
Ή φαντάζεσαι ότι είναι δυνατό
ἔτι ἐκείνην τὴν πόλιν εἶναι καὶ μὴ ἀνατετράφθαι,
να υπάρχει ακόμη εκείνη η πολιτεία και να μην έχει καταλυθεί
ἐν ᾗ ἄν αἱ γενόμεναι δίκαι μηδὲν ἰσχύωσιν
στην οποία οι δικαστικές αποφάσεις δεν έχουν καμιά δύναμη
ἀλλὰ ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν ἄκυροί τε γίγνωνται καὶ διαφθείρωνται;
αλλά και ακυρώνονται και καταστρέφονται από τους απλούς πολίτες;
Τί ἐροῦμεν, ὦ Κρίτων, πρὸς ταῦτα καὶ ἄλλα τοιαῦτα;
Τι θα πούμε, Κρίτωνα, σ’ αυτά και σ’ άλλα παρόμοια;
Πολλὰ γὰρ ἄν τις ἔχοι, ἄλλως τε καὶ ῥήτωρ, εἰπεῖν
Γιατί πολλά θα μπορούσε κάποιος να πει, κι ιδιαίτερα ένας ρήτορας
ὑπὲρ τούτου τοῦ νόμου ἀπολλυμένου
για να υπερασπιστεί αυτό το νόμο που κινδυνεύει να καταλυθεί
ὅς τὰς δίκας τὰς δικασθείσας προστάτει κυρίας εἶναι.
ο οποίος ορίζει οι δικαστικές αποφάσεις να έχουν κύρος.
Ἤ ἐροῦμεν πρὸς αὐτοὺς ὅτι
Ή θα πούμε σ’ αυτούς ότι
«Ἠδίκει γὰρ ἡμᾶς ἡ πόλις καὶ οὐκ ὀρθῶς τὴν δίκην ἔκρινεν;»
«επειδή μας αδικούσε η πόλη και δεν έκρινε δίκαια τη δίκη»;
Ταῦτα ἤ τι ἐροῦμεν;
Αυτά θα πούμε ή κάτι άλλο;

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Tα είδη του μορίου άν

τα είδη του μορίου άν 

Να χαρακτηρίσετε το είδος του «ἄν» και να δηλωθεί πού ανήκει.
1)Τί δ’, ὦ ταλαῖφρον, εἰ τάδ’ ἐν τούτοις, ἐγὼ λύουσ’ ἂν εἴθ’ ἅπτουσα προσθείμην πλέον; ............................... ......................................................................................................................................................................................... 
2) Οὐκοῦν, ὅταν δὴ μὴ σθένω, πεπαύσομαι. ............................................................................................................
3)Φεύγουσι γὰρ τοι καὶ οἱ θρασεῖς, ὅταν πέλας ἤδη τὸν ᾅδην εἰσορῶσι τοῦ βίου. ............................................... ......................................................................................................................................................................................... 
4) Ὅμως καὶ τούτων ὑπαρχόντων οὐκ ἂν ἀποσταίην ὧν διενοήθην. ....................................................................... ......................................................................................................................................................................................... 
5) Οὗ μεῖζον οὐδὲν ἂν ὑμῖν γένοιτ’ ἀγαθόν. ................................................................................................................ 

6)Ὅθεν δὴ κακὸν αὑτοῖς ἄν τι γενέσθαι προσδοκῶσι, τοῦτο ἀνελεῖν βουλήσονται. ............................................ ......................................................................................................................................................................................... 
7) Οὗτος  οἶδεν  ὅτι  ὅσῳ  ἂν  πλείους  συλλεγῶσιν  εἰς  τὸ  ἄστυ  καὶ  τὸν  Πειραιᾶ,  θᾶττον  τῶν  ἐπιτηδείων ἔνδειαν ἔσεσθαι. ..................................................................................................................................... 
8) Ἐποιοῦντο εἰρήνην ἐφ’ ᾧ Λακεδαιμονίους ἕπεσθαι καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν ὅποι ἂν  ἡγῶνται. ........................................................................................................................................................................ ......................................................................................................................................................................................... 
9) Ἐπειδὰν μέντοι τοῦτο γένηται, ἡγησόμεθα. ............................................................................................................ 
10)Ἂν αὐτῷ διδῷς ἀργύριον καὶ πείθῃς ἐκεῖνον, ποιήσει καὶ σὲ σοφόν. .................................................................. 
11)Τούτου δ’ ἂν ἐπιτύχοις, εἰ λήγοις τῶν πόνων ἔτι πονεῖν δυνάμενος. ................................................................. 
12)Ὅποτέρων δ’ ἂν δικασθῇ εἶναι τὴν ἀποικίαν, τούτους ἤθελον κρατεῖν. ............................................................ 
13) Εἰ μὴ πατὴρ οἶσθα, εἶπον ἂν σ’ ούκ εὖ φρονεῖν. ..................................................................................................... 
14) Δι’ὃ  καὶ  οἱ  πατέρες  τοὺς  υἱεῖς,  κἂν  ὦσι  σώφρονες,  ὅμως  ἀπὸ  τῶν  πονηρῶν  ἀνθρώπων  εἴργουσι. ....................................................................................................................................................................... ......................................................................................................................................................................................... 
15) Ἐπειδὰν  τάχιστα  αὐτοῖς  οἱ  παῖδες  τὰ  λεγόμενα  ξυνιῶσιν,  ἐπ’  αὐτοῖς  παιδαγωγοὺς  θεράποντας ἐφιστᾶσι. ................................................................................................................................................ 
16) Εἰ μὴ ἐγὼ προφυλάττοιμι ὑμᾶς, οὐδ’ ἂν νέμεσθαι δύναισθε. .............................................................................. .........................................................................................................................................................................................
 17) Καὶ γὰρ ἂν τοὺς ἄλλους λάθῃς, σεαυτῷ συνειδήσεις. .......................................................................................... 
18)Οἴονται τοὺς ἀχαρίστους καὶ περὶ θεοὺς ἂν μάλιστα ἀμελῶς ἔχειν. ............................................................... ......................................................................................................................................................................................... 
19) Δεῖ  δὲ  ὑμᾶς  ἐξηγεῖσθαι  τοῖς  ἄλλοις  ξυμμάχοις  ὅπως  ἂν  τάχιστά  τε  καὶ  μάλιστα  βλάπτωμεν τοὺς πολεμίους. ..................................................................................................................................... 
20) Ὅταν νομοθετῶμεν, τοῦθ’ ἡμᾶς προσήκει σκοπεῖν. .............................................................................................. ΟΜΑΔΑ Β’ 1) Ἂν τι λέγῃς παρὰ ταῦτα, μάτην ἐρεῖς. .................................................................................................................... .........................................................................................................................................................................................
 2) Τῷ ἀνδρί, ὃν ἂν ἕλησθε, πείσομαι. ........................................................................................................................... ......................................................................................................................................................................................... 
3) Οὐδὲν ἂν ἀκούσαιτε ἡδέως ἀγαθὸν παρὰ Θηβαίων. ............................................................................................. ......................................................................................................................................................................................... 
4) Σὺ μὲν κομίζοις ἂν σεαυτόν. ......................................................................................................................................
 5) Εἰς Θήβας ἡμᾶς πέμψον, ἄν πως διακωλύσωμεν. .................................................................................................. .........................................................................................................................................................................................
 6) Ἤιδεσαν τὴν πόλιν μάλιστ’ ἂν ὀργισθεῖσαν. .......................................................................................................... 7) Οὐκ ἂν δύναιο μὴ καμὼν εὐδαιμονεῖν. ..................................................................................................................... 
8) Καὶ πόσα ἂν ἤδη οἴει μοι χρήματα εἶναι, εἰ συνέλεγον χρυσίον. ......................................................................... 
9) Ἂν ἡμῖν ἀρέσκῃ ἡ παρασκευή, ψηφίσασθε. ............................................................................................................. 
10)Γιγνώσκομεν ὅτι, ὅπου ἂν κρατῶμεν, δυναίμεθα ἂν καὶ σώζεσθαι. ................................................................... .........................................................................................................................................................................................
11) Ὅταν τις πλεῖστα ἔχῃ, πλεῖστοι φθονοῦσι. ............................................................................................................ 12) Ἄκουσον, ὡς ἂν μάθῃς. ............................................................................................................................................... 
13) Οἱ τύραννοι ὃν ἂν βούλωνται πλούσιον παραχρῆμα ἐποίησαν. .......................................................................... ......................................................................................................................................................................................... 
14) Κἂν ὁρῶσι ὑμᾶς ἀθύμους, πάντες κακοὶ ἔσονται. ................................................................................................. 
15) Ἐβούλετ’ ἂν γενέσθαι  τὴν πόλιν  τῆς περιεορακυίας  ταῦτα γιγνόμενα,  ἧς ἂν Ἀρκάδας καὶ  Μεσσηνίους καὶ Ἀργείους θείημεν. .......................................................................................................................... ......................................................................................................................................................................................... 
16)Εὖ γὰρ ἴστε, ὅτι τὴν ἐλευθερίαν ἑλοίμην ἂν ἀντὶ ὧν ἔχω πάντων. .................................................................... 
17) Δοκεῖ μοι Ἀρτεμισία βούλεσθαι ἂν ὑμᾶς λαβεῖν τὴν νῆσον. ................................................................................ 
18) Οἶδα αὐτοὺς ἐλευθέρους ἂν ὄντας, εἰ τοῦτο ἔπραξαν. ........................................................................................
 19) Θεοῦ θέλοντος κἂν ἐπὶ ῥιπὸς πλέοις. ..................................................................................................................... 
20) Ὁ παῖς μὴ ἐλθόντος τοῦ ἰατροῦ ἀπέθανεν ἄν. ...............................................

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

«Όσο μπορείς»

Κωνσταντίνος Καβάφης «Όσο μπορείς»
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Το «Όσο μπορείς» αποτελεί το ποίημα του Καβάφη που αποδίδει, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, τις σκέψεις του ποιητή για το πώς θα πρέπει οι άνθρωποι να αντιμετωπίζουν τη ζωή τους, ώστε να μπορέσουν να διαφυλάξουν τον αυτοσεβασμό και την αξιοπρέπειά τους. Ο ίδιος ο ποιητής υπήρξε πάντοτε φειδωλός στις κοινωνικές του επαφές, καθώς επέλεγε με προσοχή τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόταν και απέφευγε τις περιττές κοινωνικές εκδηλώσεις.
Με τον πρώτο στίχο του ποιήματος ο Καβάφης αναγνωρίζει ότι πολλές φορές οι άνθρωποι, παρά τις συνεχείς τους προσπάθειες, δεν κατορθώνουν να κάνουν τη ζωή τους όπως ακριβώς θα ήθελαν, είτε γιατί δεν πετυχαίνουν πάντοτε τους στόχους τους είτε γιατί οι περιστάσεις είναι αντίξοες. Ο ποιητής, επομένως, αντιλαμβάνεται ότι οι άνθρωποι δεν έχουν πάντοτε τον έλεγχο της πορείας που θα ακολουθήσει η ζωή τους, καθώς πολύ συχνά παρά τις επιθυμίες μας, τα πράγματα εξελίσσονται τελείως διαφορετικά, γι’ αυτό και αποδέχεται εξαρχής το ενδεχόμενο αυτό. Εκείνο, όμως, που οι άνθρωποι μπορούν να ελέγξουν είναι ο τρόπος με τον οποίο θα διαχειριστούν την προσωπική τους ζωή, τον ίδιο τους τον εαυτό δηλαδή, κι ως προς αυτό επιχειρεί ο ποιητής να νουθετήσει τους αναγνώστες του. Ακόμη, μας λέει ο ποιητής, κι αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις, τουλάχιστον προσπάθησε -όσο μπορείς- να μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου.
1η Στροφή: 
Ο ποιητής θεωρεί ότι η συνεχής επαφή με πολλούς και διάφορους ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν πάντοτε το χαρακτήρα και το ήθος που θα έπρεπε, λειτουργεί αρνητικά και για εμάς τους ίδιους. Η διαρκής συναναστροφή με άλλους ανθρώπους, χωρίς η επιλογή τους να έχει γίνει με προσοχή, οδηγεί τον άνθρωπο στην απώλεια της προσωπικής του ταυτότητας, όλων των στοιχείων που συνθέτουν τη μοναδικότητά του και εν τέλει στην απώλεια της αξιοπρέπειάς του. Οι άνθρωποι που εντελώς άκριτα συναναστρέφονται διαρκώς με πολλούς ανθρώπους, στην πορεία χάνουν την επαφή με τον ίδιο τους τον εαυτό, παραμελούν τον αγώνα που χρειάζεται για να χτίσει κανείς την ιδιαίτερη προσωπικότητά του και καταλήγουν να γίνονται ένα με το πλήθος. Για τον ποιητή αυτός ο αβασάνιστος συγχρωτισμός αποτελεί σημαντικό πλήγμα, καθώς ο άνθρωπος χάνει έτσι την αξιοπρέπειά του και φυσικά τη μοναδικότητά του. Ο άνθρωπος που αφήνεται να γίνει ένα με τη μάζα και δεν εργάζεται για τη διαφύλαξη της προσωπικότητάς του, εξευτελίζει ουσιαστικά τη ζωή του, καθώς χάνει αυτό που τον κάνει ξεχωριστό και ιδιαίτερο, χάνει την ατομικότητά του.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόταση: όσο μπορείς, η οποία αποτελεί και τον τίτλο του ποιήματος. Ο ποιητής αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι πάντοτε εφικτό για έναν άνθρωπο να επιλέγει τα άτομα με τα οποία συναναστρέφεται και να αποφεύγει τις ανούσιες παρέες. Γι’ αυτό και ο ποιητής, από τον τίτλο κιόλας του ποιήματος, συμβουλεύει τον αναγνώστη του, να αποφεύγει τις περιττές συναναστροφές όσο μπορεί.

2η Στροφή:
Ο ποιητής και στη δεύτερη στροφή παραθέτει τις συμβουλές του σχετικά με την αξία που έχει η διαφύλαξη της ατομικότητας, καθώς αν κάποιος βρίσκεται σε διαρκή κίνηση από τη μία παρέα στην άλλη κι από τη μία κοινωνική εκδήλωσή στην άλλη, και εκθέτει τον εαυτό του στις ανοησίες και τις ανούσιες κουβέντες κάθε ανθρώπου, τελικά κινδυνεύει να αλλοτριωθεί. Ο άνθρωπος κινδυνεύει να χάσει βασικά στοιχεία της ατομικότητάς του, σε σημείο που να αισθάνεται πλέον ότι έχει αποξενωθεί από τον ίδιο του τον εαυτό και πως τελικά έχει ξεπέσει σε σχέση με το πώς ήταν παλιότερα ή με το πώς θα ήθελε να είναι. Ο άνθρωπος, δηλαδή, που δεν αφιερώνει χρόνο στον εαυτό του και στο χτίσιμο της προσωπικότητάς του, καταλήγει να εξαρτάται από τη γνώμη των άλλων και αδυνατεί να κατανοήσει πώς η ιδιαίτερη αξία του εντοπίζεται εν τέλει στη μοναδικότητά του. Ένας άνθρωπος που επιχειρεί να ταιριάξει με άλλους ανθρώπους και προσπαθεί να ενταχθεί στις παρέες τους με το να γίνει ίδιος μ’ αυτούς, καταλήγει τελικά να γίνεται ένα με τη μάζα και να χάνει τον εαυτό του.

Ποιες προσπάθειες θα πρέπει να καταβάλει ο άνθρωπος, για να υπερασπιστεί την προσωπική ελευθερία και την αξιοπρέπειά του; Συσχετίστε την απάντησή σας με τον τίτλο του ποιήματος.
Ο ποιητής θεωρεί ότι κάθε άνθρωπος οφείλει να προασπίζει την αξιοπρέπειά του, αλλά και την προσωπική του ελευθερία ως προς τη διαμόρφωση των απόψεών του, με το να αποφεύγει τη διαρκή συναναστροφή με ανθρώπους που δεν έχουν κάτι ουσιαστικό να προσφέρουν. Η καθημερινή επαφή με παρέες και ανθρώπους που έχουν ως μόνο κίνητρο τη διασκέδαση, λειτουργεί αρνητικά σε σχέση με τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μας. Βασικό χαρακτηριστικό, άλλωστε, της άκριτης συναναστροφής με ανθρώπους που δεν έχουμε επιλέξει με προσοχή είναι η έκθεσή μας σε ανούσιες κουβέντες και ανώφελες ασχολίες. Ο καθένας μας επομένως θα πρέπει, όσο μπορεί, να περιορίζει τις περιττές επαφές και να φροντίζει για τη διαφύλαξη της ατομικότητάς του. Σημαντικό, βέβαια, είναι αυτό που εμφατικά αναφέρει ο Καβάφης στον τίτλο του ποιήματος, ότι δηλαδή δεν μπορούμε απόλυτα να προφυλάξουμε τον εαυτό μας από την κακή επιρροή των συναναστροφών μας, αλλά θα πρέπει να το προσπαθήσουμε στο βαθμό που μπορούμε. Η διαφύλαξη δηλαδή της ατομικότητάς μας είναι μια δύσκολη διαδικασία, καθώς είτε το θέλουμε είτε όχι είμαστε διαρκώς εκτεθειμένοι στην καθημερινή επαφή με ανθρώπους, τους οποίους συχνά δεν έχουμε επιλέξει εμείς. Επομένως, η προσπάθειά μας είναι απαιτητική και χρειάζεται μεγάλη αποφασιστικότητα για να επιτευχθεί.

Καταγράψτε τις μετοχές και εξηγήστε τη γραμματική και σημασιολογική λειτουργία τους.Οι μετοχές του ποιήματος είναι οι εξής: πηαίνοντας, γυρίζοντας και εκθέτοντας. Οι μετοχές αυτές είναι τροπικές και αποκαλύπτουν ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο θέτουμε σε κίνδυνο την ατομικότητα και την αξιοπρέπειά μας. Με το να πηγαίνουμε δηλαδή σε κάθε κοινωνική εκδήλωση, με το να γυρίζουμε διαρκώς από μέρος σε μέρος και με το να εκθέτουμε τον εαυτό μας στην ανοησία που συνοδεύει η καθημερινή συνύπαρξη με ανθρώπους που δεν έχουν να μας προσφέρουν κάτι το ουσιώδες.

Ποιόν κίνδυνο επισημαίνει ο ποιητής στον τελευταίο στίχο; Με ποιόν τρόπο πιστεύετε ότι ο κίνδυνος αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά;Ο κίνδυνος που ενυπάρχει στη διαρκή έκθεση του ατόμου στις ανούσιες συναναστροφές είναι η αλλοτρίωσή του. Ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στο σημείο να αποξενωθεί από τον εαυτό του και να αισθάνεται πλέον πως η ίδια του η ζωή είναι κουραστική και καταπιεστική. Η αλλοτρίωση ουσιαστικά σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει χάσει την ατομικότητά του, την ιδιαίτερη προσωπικότητά του, σε σημείο που έχει γίνει πια ίδιος με τη μάζα και δεν μπορεί να αναγνωρίσει τα ιδιαίτερα στοιχεία του εαυτού του. Αν, δηλαδή, αντί να φροντίζουμε για το χτίσιμο της προσωπικότητάς μας, περνάμε το χρόνο μας ανώφελα με άλλους ανθρώπους, κοιτάζοντας πώς θα διασκεδάσουμε, τελικά συνειδητοποιούμε ότι έχουμε πετύχει λιγότερα απ’ όσα θα θέλαμε κι έχουμε γίνει κατώτεροι από τις προσδοκίες και τις δυνατότητές μας.
Για να αποφευχθεί επομένως ο κίνδυνος της αλλοτρίωσης, θα πρέπει να φροντίζουμε για την ενδυνάμωση της προσωπικότητάς μας, για τη βελτίωση του εαυτού μας και φυσικά για τη σωστή επιλογή των ανθρώπων με τους οποίους συναναστρεφόμαστε.

Ποιες κοινωνικές εκδηλώσεις μπορούν, σύμφωνα με τον ποιητή, να ευτελίσουν τη ζωή του ατόμου; Γράψτε, αν θέλετε, ένα σύγχρονό σας παράδειγμα.Το ζήτημα που επιχειρεί να αναδείξει ο ποιητής είναι ότι πέρα από το είδος των εκδηλώσεων, τελικά η καθημερινή σπατάλη του χρόνου μας με φίλους και γνωστούς, δεν μπορεί παρά να έχει αρνητικές συνέπειες, καθώς όσο περισσότερο προσπαθούμε να ενταχθούμε σε μια παρέα και όσο περισσότερο χρόνο αφιερώνουμε στους άλλους, τόσο περισσότερο χάνουμε τον εαυτό μας. Βέβαια, ο κίνδυνος είναι ακόμη πιο ορατός όταν αφιερώνουμε το χρόνο μας σε εκδηλώσεις όπου οι άνθρωποι λειτουργούν σαν μια μάζα, σαν όχλος και αφήνουν κατά μέρους τα ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητάς τους. Εκείνο δηλαδή που είναι περισσότερο επίφοβο είναι η ένταξη του ατόμου σε ομάδες που λειτουργούν διαβρωτικά ως προς την ατομικότητα και κινούνται κυρίως προς την εξομοίωση όλων των μελών τους.

 ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Χαρακτηριστικά της ποίησης του Καβάφη

Μορφή:
1) ποίηση απογυμνωμένη από παραδοσιακά λυρικά σχήματα, πεζολογική.
2) παραστατικότητα,
3) εξαιρετική γλωσσική ευστοχία,
4) υποβολή
5) ιδιότυπη γλώσσα, μακριά και απ” τη δημοτική της εποχής και   από την  καθαρεύουσα .Συχνή χρήση όρων της καθαρεύουσας ως ηθελημένο, ίσως, πεζολογικό, ρεαλιστικό στοιχείο. Πολίτικοι ιδιωματισμοί.
6) Ο στίχος καλλιεργεί τα «αντιποιητικά», τα πεζολογικά στοιχεία.
7) Στίχος ελεύθερος, με άνισο αριθμό συλλαβών
8) Μέτρο χαλαρό ιαμβικό
9) Πολλές φορές φανερώνεται και η ομοιοκαταληξία – σαν παιχνίδι ή ειρωνεία.
10) Κάποτε ο στίχος κόβεται, διαλύεται στα δύο, σα να μην έχει δύναμη να ολοκληρωθεί.
11) Προσοχή και λεπτουργία ως την τελευταία λεπτομέρεια.(στίξη, παύσεις, περίοδοι)
12) Κομψότητα και καλαισθησία.
Περιεχόμενο:
1) λεπτή ειρωνεία, «συνοδευμένη από μια γκριμάτσα τραγική»
2) οξύτατη σκέψη,
3) βαθιά αίσθηση τραγικού, συνειδητοποίηση της δραματικής ουσίας της ζωής
4) εκλεπτυσμένη ευαισθησία
5) διάκριση ποιημάτων σε ιστορικά-φιλοσοφικά-ερωτικά
6) σοβαρότητα και βαρυθυμία
7) αίσθηση παρακμής και ματαιότητας (που δεν οδηγεί, όμως, στη διάλυση και την απιστία)
8) αίσθημα αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας



Read more: http://latistor.blogspot.com/2010/09/blog-post_16.html#ixzz4aBciz2xl

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

Ἀναλύοντας τὴν «Γκουέρνικα»

Τὸ 1936, λίγο πρὶν τὸ ξέσπασμα τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ἀρχίζει ὁ πρόδρομός του, ὁ ἐμφύλιος πόλεμος τῆς Ἱσπανίας.

Ὁ φασίστας στρατηγὸς Φράνκο, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χίτλερ, προσπαθεῖ νὰ καταπνίξει τὴ νεαρὴ Ἱσπανικὴ δημοκρατία. Καὶ πράγματι τὸ καταφέρνουν. Τὴν πνίγουν στὸ αἷμα.

Τὰ ἀεροπλάνα τοῦ Χίτλερ βομβαρδίζουν ἀδιάκριτα τὸν ἄμαχο πληθυσμό. Ἕνα μικρὸ χωριὸ –ἡ Γκουέρνικα– θὰ νιώσει βαθὺ τὸν πόνο ἀπὸ τὶς βόμβες τους.

Κατὰ τὸ βομβαρδισμὸ τοῦ χωριοῦ αὐτοῦ τὸ ὁποῖο δὲν ἐξυπηρετοῦσε, κανένα στρατιωτικὸ σκοπό, σκοτώθηκαν περισσότερο παιδιὰ καὶ γυναῖκες, καὶ μ’ αὐτὴ τὴν πράξη ἔχουμε τὴν πρώτη δολοφονία παιδιῶν ποὺ γνώρισε ὁ νεότερος πολιτισμένος κόσμος. Καὶ αὐτὴ ἔδειξε μὲ σαφήνεια καὶ μὲ ἀπόλυτη καθαρότητα τὸ πρόσωπο τῆς φασιστικῆς θύελλας ποὺ ἐπερχόταν.


Ὁ πίνακας ζωγραφικῆς «Γκουέρνικα» ἔχει τὴν ἀφετηρία του στὴν παραγγελία τῆς Ἱσπανικῆς δημοκρατικῆς κυβέρνησης γιὰ ἕνα ἔργο κατάλληλο νὰ ἀντιπροσωπεύσει τὴν ἀγωνιζόμενη Ἱσπανία στὴ διεθνῆ ἔκθεση τοῦ Παρισιοῦ τὸ 1937, καὶ πῆρε τὸν τίτλο του ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τοῦ μικροῦ χωριοῦ ἀπὸ τοὺς χιτλερικοὺς ἀεροπόρους. Ὁ Πικάσο, βαθιὰ δημοκρατικός, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴ φρίκη τοῦ πολέμου, ζωγραφίζει μὲ θέμα τὴν «ΓΚΟΥΕΡΝΙΚΑ» ἕνα ἔργο μνημειακῶν διαστάσεων, ὕψος 3,5 μέτρα καὶ πλάτος 7,5 μέτρα. Στὸ ἔργο φαίνεται πεντακάθαρα ἡ τάση τοῦ Πικάσο γιὰ ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ - ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ τῆς μορφῆς καὶ τῶν ἀντικειμένων, προκειμένου μ’ αὐτὸ νὰ ἐκφράσει καλύτερα τὴν ἀγωνία καὶ τὴ φρίκη τῶν ἀνθρώπων μπροστὰ στὸ θάνατο.

Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο θὰ χρησιμοποιήσει καὶ σκούρα χρώματα, τόνους τοῦ μαύρου, τοῦ ἄσπρου καὶ τοῦ γκρί.



Ἡ ἀνάλυση τοῦ ἔργου
 


Ὁ πίνακας ἀρχίζει ἀριστερὰ μὲ μία γυναίκα- μητέρα ποὺ κρατᾶ τὸ νεκρὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιὰ της




ἐνῶ ἐπάνω καὶ κοντὰ της εἰκονίζεται τὸ κεφάλι ἑνὸς ταύρου.



Σύμφωνα μὲ τὸν Πικάσο, ὁ ταῦρος ἀντιπροσωπεύει τὴ βία, τὸ φασισμό, τὸν πόλεμο, τὸ σκοτάδι.



Ἡ μητέρα μὲ τὸ νεκρὸ παιδὶ ἔχει μισάνοικτο τὸ στόμα της.

Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Πικάσο παρουσιάζει τὸν πόνο νὰ μοιάζει μὲ κραυγή, ἀμφιβολία καὶ φρίκη (μεταφορὰ τοῦ αἰσθήματος στὸ σχῆμα). Λίγο χαμηλότερα, κάτω, ἐκτείνεται τὸ σῶμα ἑνὸς νεκροῦ πολεμιστῆ


ποὺ ἔχει τὰ χέρια τοῦ ἀνοικτὰ καὶ τὴ μορφὴ «παραμορφωμένη». Ὁ Πικάσο ἐπίτηδες σχεδίασε τὸν πολεμιστὴ μὲ τὸ ἕνα χέρι ἀπὸ τὴ μία καὶ τὸ ἄλλο ἀπ’ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὥστε ἡ στάση αὐτὴ νὰ θυμίζει τὴ σταύρωση.



Ἀκολουθεῖ ἕνα ἄλογο μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα



μὲ τρόπο ποὺ νὰ φαίνεται πὼς χλιμιντρίζει.
Σύμφωνα μὲ τὸν Πικάσο τὸ ἄλογο συμβολίζει τὸ λαό, ποὺ ἀπεγνωσμένα φωνάζει ζητώντας βοήθεια.
Ἐξάλλου τὸ ἄλογο παρουσιάζεται λογχισμένο.



Πρὸς τὰ δεξιὰ τῆς εἰκόνας διακρίνονται γυναικεῖες μορφὲς ποὺ προσπαθοῦν νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὸ βομβαρδισμὸ



Στὴν ἄκρη δεξιὰ μία μορφὴ παριστάνει ἕναν ἄνθρωπο πρὶν πέσει νεκρός.



Τὰ ἡμίλευκα καὶ λευκὰ τριγωνάκια ἐννοοῦν ὅτι τὸ κτίριο φλέγεται.




Ἡ λάμπα ποὺ εἰκονίζεται ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τοῦ ἀλόγου, οὐσιαστικὰ δὲν φωτίζει τίποτα



Τὰ ἀνοιχτόχρωμα μέρη τοῦ ἔργου, ποὺ ὑποδηλώνουν τὸ φωτισμό, προέρχονται ἀπὸ πολλὲς πηγὲς φωτὸς (σχετικὰ μὲ τὴ λάμπα καὶ τὸ φωτισμὸ τοῦ ἔργου οἱ κριτικοὶ ἔχουν κατὰ καιροὺς διαφωνήσει).

Ὁ χῶρος μέσα στὸν ὁποῖο διαδραματίζονται τὰ γεγονότα, δὲν εἶναι καθορισμένος. Ὅλα βρίσκονται σ’ ἕνα χῶρο ἀπροσδιόριστο.

Ἡ σύνθεση τοῦ ἔργου βασίζεται, ὅπως ἔχουν δείξει διάφορες μελέτες σὲ μία μεγάλη πυραμίδα ποὺ ἔχει γιὰ κορυφὴ της τὴ λάμπα πετρελαίου.



Σὲ δύο ὄρθια παραλληλόγραμμα ἕνα δεξιὰ καὶ ἕνα ἀριστερὰ καὶ σὲ μερικὰ ἀνισοσκελῆ τρίγωνα, σχήματα ποὺ δίνουν ἀσφάλεια καὶ κίνηση, βεβαιότητα καὶ δυναμισμὸ στὴν παράσταση (σχῆμα ἅ).

Ἂν προσέξει κανεὶς τὰ μάτια στὰ πρόσωπα ποὺ εἰκονίζονται, στὴ μητέρα, στὸ νεκρὸ πολεμιστή, στὸν ταῦρο, στὸ ἄλογο καὶ στὶς ἄλλες μορφὲς,



εἶναι ὅλα σὲ διαφορετικὲς καὶ ἀφύσικες θέσεις. Αὐτὸ συμβαίνει γιατί ἀντικρίζουν ἕνα κόσμο παράλογο καὶ φρικτό, ἕναν κόσμο κτηνώδη.

Ἡ παραφροσύνη τοῦ πολέμου παρουσιάζεται ἐδῶ μὲ μετατόπιση τῶν ματιῶν ἀπὸ τὶς θέσεις τους, καὶ μὲ τὶς παραμορφώσεις τῶν σωμάτων.

Ἰδιαίτερα γιὰ τὰ σώματα, ποὺ σχεδιάστηκαν ἔτσι ὥστε νὰ φαίνονται σάν... κομματιαστά, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς αὐτὸ δὲν εἶναι ἄσχετο μὲ τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ φέρνει ἡ ἔκρηξη μιᾶς βόμβας. Ὁλόκληρος ὁ πίνακας δίνει τὴν ἐντύπωση πὼς ἀπεικονίζει ἐκεῖνο ἀκριβῶς ποὺ συμβαίνει τὴ στιγμὴ τῆς ἔκρηξης.

Ἡ γυναικεία μορφὴ ποὺ ὑψώνει τὴ λάμπα πετρελαίου



εἶναι ἡ μόνη μορφὴ ποὺ δὲν φαίνεται χτυπημένη ἀπὸ τὸ βομβαρδισμὸ καί, ὅπως εἴπαμε προηγουμένως, τὸ ἔργο εἶναι «χτισμένο» πάνω σὲ μία πυραμίδα ποὺ ἔχει γιὰ κορυφὴ της τὴ λάμπα πετρελαίου. Ἀκριβῶς ἡ μορφὴ αὐτὴ εἶναι γιὰ τὸν Πικάσο ἡ ἔννοια τοῦ πολιτισμοῦ ποὺ προσπαθεῖ νὰ σωθεῖ, ἡ δὲ λάμπα ποὺ κρατᾶ δὲν ἐκπέμπει παρὰ τὸ φῶς τῆς τέχνης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ.

Τὰ χρώματα τοῦ ἔργου εἶναι «μελανά». Οἱ τόνοι τοῦ μαύρου, τοῦ ἄσπρου καὶ τοῦ γκρὶ ἀρνοῦνται τὰ χρώματα, καὶ δὲν δείχνουν τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ φόβο ποὺ κυριαρχεῖ παντοῦ.

Γι’ αὐτὴ του τὴν τολμηρὴ παρουσίαση, ὁ Πικάσο κατόρθωσε νὰ φτάσει σ’ ἕνα σύνολο ποὺ κάνει τὸ ἔργο τοῦ καθολικό. Ἡ «Γκουέρνικα» ξεφεύγει ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τῆς Ἱσπανίας καὶ ἐκφράζει παγκόσμια καὶ διαχρονικὰ κάθε λαὸ ποὺ ἔνιωσε τὴ φρίκη ἐκείνου τοῦ πολέμου. Ἡ «ΓΚΟΥΕΡΝΙΚΑ» εἶναι μία ἀπόδειξη πὼς ὁ Πικάσο εἶναι ἕνας καλλιτέχνης μὲ κοινωνικὴ συνείδηση. Τὸ 1935 ὁ Πικάσο δήλωνε: «Ἡ ζωγραφικὴ δὲν εἶναι ἁπλὴ διασκέδαση ἢ στολίδι. Ὅπως δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ ἐπικίνδυνο ἀπὸ τὰ ὅπλα στὰ χέρια τοῦ στρατηγοῦ καὶ ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη στὰ χέρια τοῦ δικαστῆ, ἔτσι δὲν ὑπάρχει καὶ τίποτε πιὸ ἐπικίνδυνο ἀπὸ ἕνα πινέλο στὰ χέρια τοῦ ζωγράφου».



Ἕνα ἱστορικὸ ἐπεισόδιο

Στὴ διάρκεια τῆς κατοχῆς ὁ περιώνυμος Γερμανὸς πρέσβης στὸ Παρίσι – Ὄττο Ἄμπετζ– ἐπισκέπτεται τὸν Πικάσο στὸ ἐργαστήρι του. Φεύγοντας, βλέπει τὴ φωτογραφία τῆς «ΓΚΟΥΕΡΝΙΚΑ». «Ἐσεῖς τὸ κάνατε αὐτό», ρωτᾶ τὸ ζωγράφο. Καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἁπαντὰ λακωνικά: «Ὄχι, ἐσεῖς!».

Ἀπὸ τὸ 1939 ὁ ἐπικὸς πίνακας φιλοξενεῖτο στὸ Μουσεῖο Μοντέρνας τέχνης τῆς Νέας Ὑόρκης, περιμένοντας νὰ σημάνει ἡ ὥρα τῆς Δημοκρατίας γιὰ τὴν Ἱσπανία. Τὸ 1969 ὁ στρατηγὸς Φράνκο εἶχε τὸ θράσος νὰ τὸν διεκδικήσει, προκαλώντας τὴν ὀργὴ τοῦ ζωγράφου. Ὁ Πικάσο ὑπογράμμισε πὼς σύμφωνα μὲ τὴ θέλησή του, τὸ ἔργο θὰ ἐπέστρεφε στὴν Ἱσπανία μόνο μετὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς Δημοκρατίας στὴ χώρα.



Σχέδιο γιὰ τὴν Γκουέρνικα, 1937.

Στὶς 10 Σεπτεμβρίου τοῦ 1981 ἡ «ΓΚΟΥΕΡΝΙΚΑ» ἐπιστρέφεται στὴν Ἱσπανία. Στὶς 28 Ὀκτωβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, τὴν ἡμέρα ποὺ συμπληρώνονταν 100 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Πικάσο, οἱ συμπατριῶτες του ἀντίκριζαν μὲ συγκίνηση τὸ ἔργο, ποὺ συμβόλιζε τὴν ἐθνική τους τραγωδία, νὰ τοποθετεῖται στὸ Μουσεῖο τοῦ Πράδο.

«Αὐτὸς δὲν εἶναι πίνακας, ἔλεγαν οἱ Ἰσπανοί, εἶναι βόμβα ἕτοιμη νὰ ἐκραγεῖ».

Οἱ Βάσκοι τὸν διεκδικοῦσαν. Τὰ παιδιὰ τὸν ζωγράφιζαν στοὺς αὐλόγυρους τῶν σχολείων, ἡ «ΓΚΟΥΕΡΝΙΚΑ» ζοῦσε καὶ κεραυνοβολοῦσε. Εἶχε ξαναγίνει ἐπικίνδυνη. Εἶχε ξαναγίνει παρόν, δικαιώνοντας τὸ δημιουργό της ποὺ συνήθιζε νὰ λέει: «Ἂν ἕνα ἔργο δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει πάντα στὸ παρόν, δὲν ὑπολογίζεται καθόλου».





Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης γιὰ τὸν Πικάσο


(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ποίημα «ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΑΜΠΛΟ ΠΙΚΑΣΟ»)


Ἀλήθεια Πικασσὸ Παῦλε ὑπάρχεις

Καὶ μαζὶ μὲ σένα ἐμεῖς ὑπάρχουμε

Ὁλοένα χτίζουν μαῦρες πέτρες γύρω μας – ἀλλὰ ἐσὺ γελᾶς

Μαῦρα τείχη γύρω μας – ἀλλὰ σὺ μὲ μίας

Ἀνοίγεις πάνω τους μυριάδες πόρτες καὶ παράθυρα

Νὰ ξεχυθεῖ στὸν ἥλιο κείνη ἂχ ἡ πυροξανθὴ κραυγὴ

Ποῦ μ’ ἔρωτα παράφορο μεγαλύνει καὶ διαλαλεῖ τ’ ἀέρια, τὰ ὑγρὰ

καὶ τὰ στερεά του κόσμου ἐτούτου

Ἔτσι ποὺ νὰ μὴ μάχεται πιὰ κανένα τὸ ἄλλο

Ἔτσι ποὺ νὰ μὴ μάχεται πιὰ κανεὶς τὸν ἄλλον

Νὰ μὴν ὑπάρχει ἐχτρός,

Πλάι-πλάι νὰ βαδίζουνε τὸ ἀρνὶ μὲ τὸ λιοντάρι

Κ’ ἡ ζωὴ –ἀδερφὲ μοὺ– ὡσὰν τὸν Γουαδαλκιβὶρ τῶν ἄστρων

Νὰ κατρακυλάει μὲ καθαρὸ νερὸ καὶ μὲ χρυσάφι

Χιλιάδες λεῦγες μὲς στὰ ὄνειρά της

Χιλιάδες λεῦγες μὲς στὰ ὄνειρά μας...


Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

ΓΛΏΣΣΑ ΕΝ. 4η Γιώργος Θεοτοκάς'' Ελεύθερο Πνεύμα''

Ο Γιώργος Θεοτοκάς έγραψε το 1929, σε ηλικία 24 ετών το συναρπαστικό δοκίμιο Ελεύθερο Πνεύμα (εκδ. Εστία) το οποίο αργότερα ονομάστηκε «πνευματικό μανιφέστο» της γενιάς του ΄30 (στην οποία ανήκουν και ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Στρατής Μυριβήλης, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Μ. Καραγάτσης, ο Άγγελος Τερζάκης). Πρόκειται για ένα ολιγοσέλιδο κείμενο που έχει απασχολήσει περισσότερο από κάθε άλλο δοκίμιο την ελληνική διανόηση. Είναι ένα ορμητικό γεμάτο δυναμισμό κείμενο ευρωπαϊκά προσανατολισμένο και ριζοσπαστικό στην αντιμετώπιση του παρελθόντος. Ο Γιώργος Θεοτοκάς προσπάθησε όπως πολλοί της γενιάς του να αντιπαραβάλει την «πλευρά του Ελληνικού της Ελλάδας και όχι της Ελλάδας όπως την φαντάζονται οι Ευρωπαίοι». Με δύο λόγια το ζήτημα της ελληνικότητας της γενιάς του 30 συνοψίζεται τελικά στο τι θα δημιουργήσεις ως σύγχρονος Έλληνας που όχι μόνο να είναι αυθεντικά δικό σου, αλλά να ενδιαφέρει και τους ξένους. 
 Οι σκέψεις του νεαρού Θεοτοκά το 1929 είναι σαν ευφυείς διαπιστώσεις της κρίσιμης εποχής που ζούμε.  
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ Γ. ΘΕΟΤΟΚΑ 
«Την έλλειψη αληθινής ανάπτυξης, φανερώνει καλά και η έλλειψη ανοχής και ψυχραιμίας που χαρακτηρίζει σχεδόν πάντα τις ελληνικές συζητήσεις. Όταν εκδηλωθεί μια διαφωνία, η πρώτη δουλειά των Ελλήνων είναι να αρνηθούν ολότελα τη σημασία του αντιπάλου. Πώς μπορεί να είναι σοβαρό υποκείμενο αφού τολμά να λέει όχι όταν εμείς λέμε ναι; Να πάει πρώτα να μάθει γράμματα κι ύστερα να έρθει να συζητήσει μαζί μας. Αυτό δεν είναι όλο. Τον αρνούνται και ως άτομο. Είναι φαύλος και κακόπιστος. Είναι κουτός. Είναι παλαβός. Είναι αίσχος για την Ελλάδα να υπάρχει ένα τέτοιος άνθρωπος. Είναι δημόσιος κίνδυνος. Πρέπει να εκλείψει οπωσδήποτε, να εξολοθρευτεί, να καταργηθεί, να μην μείνει κανένα ίχνος του στο πρόσωπο της Γης. Δεν κατορθώνουν να πιστέψουν οι Έλληνες ότι ένας άνθρωπος που σκέπτεται διαφορετικά από αυτούς μπορεί να είναι πολύ άξιος, πολύ έντιμος, πολύ χρήσιμος άνθρωπος. Άξιοι, έντιμοι, χρήσιμοι είναι μονάχα αυτοί που συμφωνούν μαζί μας. Οι άλλοι όλοι: φωτιά και τσεκούρι! Μεσ’ στο δημιουργικό αναβρασμό της σημερινής Ευρώπης τι θέση κρατά η Ελλάδα; Τι συμβολή προσφέρουμε στις μεγάλες προσπάθειες που καταβάλλονται τριγύρω μας; Τίποτα! Το αισθανόμαστε βαθιά μόλις περάσουμε τα σύνορά μας πως δεν αντιπροσωπεύουμε τίποτα, πως κανείς δεν μας λογαριάζει στα σοβαρά, πως δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε τη θέση που κρατούμε στην Ευρώπη, πως είμαστε στα μάτια των ξένων μονάχα χρηματομεσίτες, βαπορατζήδες και μικρομπακάληδες και τίποτα περισσότερο. Αφού περιπλανηθούμε αρκετά μεσ’ στον ευρωπαϊκό πολιτισμό γυρνούμε κάποτε στο σπίτι με σφιγμένη την καρδιά. Που είναι λοιπόν οι Έλληνες; Τους γυρέψαμε παντού και δεν τους βρήκαμε πουθενά. Υπάρχουν όμως σε αυτό το σημείο, όπως σ’ όλα, διάφοροι ορίζοντες και διάφορες προοπτικές. Οι νοικοκυραίοι, αντιπρόσωποι της σημερινής ελληνικής αρμοδιότητας, θα μας πουν πως δεν είναι η ώρα κατάλληλη για να ξυπνούμε στους νέους τον έρωτα των υψηλών έργων, αφού το πάθος αυτό τους κάνει να αρνηθούν κάθε πνευματική και ηθική τάξη, να απομακρυνθούν από κάθε σοβαρή και κοινωφελή σταδιοδρομία, να ριχτούν σε τρελές, περιπέτειες, που τις περισσότερες φορές καταστρέφουν τη ζωή τους. Σήμερα, θα μας πουν, περισσότερο από πάντα, η Ελλάδα θέλει φρόνιμους νέους γεωπόνους, μηχανικούς, δασκάλους, οικονομολόγους, κι όχι ανήσυχους ονειροπόλους, που ταράζουν το έργο της περισυλλογής, που δεν προσφέρουν καμιά εκδούλευση στον τόπο και καταντούν συνήθως παράσιτοι. Θα απαντήσουμε δόξα τω Θεώ, οι φρόνιμοι νέοι δεν λείπουν στην Ελλάδα. Οι νοικοκυραίοι του Κράτους και του πνεύματος θα βρουν τριγύρω τους στρατιές από καλά παιδιά τέτοια που τα θέλουν, και δεν έχουν παρά να λάβουν τον κόπο να διαλέξουν τους πιο φρόνιμους ανάμεσα στους φρόνιμους για να τους εμπιστευθούν τους γυαλιστερούς τίτλους και τις πολύτιμες θέσεις. Δεν θα αφήσουμε όμως τη νοικοκυροσύνη να καταχτήσει ολόκληρη την ελληνική νιότη. Αν οι άνθρωποι που διευθύνουν χρειάζονται πολλούς νοικοκυραίους εμείς χρειαζόμαστε μερικές ταραγμένες ψυχές. Μα την αλήθεια, δεν βλέπουμε σε τι θα χρησιμεύει αυτός ο τόπος, αν πρόκειται να σβήσουν ολότελα το θείον πυρ; Τη φωτιά της δημιουργίας δεν την συντηρούν οι φυλακισμένοι φύλακες της κληρονομιάς των νεκρών, ούτε οι λογικοί και πραχτικοί που περπατούν πάντα στα σίγουρα και αποφεύγουν να κάνουν ένα βήμα εκεί που το έδαφος κουνιέται κάτω από τα πόδια τους, ούτε οι ήρεμοι επιστήμονες οι φορτωμένοι σοφία μα χωρίς μακρινά οράματα και καμμιά ανησυχία στην ψυχή, ούτε οι μικροί φιλόδοξοι, που έταξαν ως σκοπούς της ζωής τους, τους επαίνους των πρεσβυτέρων, την κοινωνική υπόληψη κι ένα τιμητικό αξίωμα. Είναι γεμάτοι τέτοιους ανθρώπους οι δρόμοι της Αθήνας κι ωστόσο η Ελλάδα δε δημιουργεί, η Ελλάδα δεν πραγματοποιεί τίποτα όμορφο. Η Ελλάδα -ας πω την τρομερή λέξη- δεν επιδιώκει τίποτα το μεγάλο. Τη φωτιά την συντηρούν οι ανυπόταχτοι, οι ανικανοποίητοι, οι τυχοδιώκτες της ψυχής και τους πνεύματος, οι άνθρωποι που τους σέρνει το πλεόνασμα των δυνάμεών τους, πιο μακριά από τους ορίζοντες και πιο υψηλά από το επίπεδο του πλήθους. Τη συντηρεί ο Άσωτος Υιός. Αν αυτός λείψει, ο τόπος σας όσο κι αν τον νοικοκυρέψετε δε θα αξίζει πολλά. Αλίμονο στην Ελλάδα, αν στηρίζει το μέλλον της μονάχα στις άμορφες μάζες των φρόνιμων παιδιών. Το ιδανικό τους είναι μια ήρεμη και γλυκιά μεσημβρινή Ελβετία, υπόδειγμα τάξης, άνεσης και μακαριότητας, χωρίς καμμία αγωνία, κανένα μεγάλο όνειρο, καμμιά τρέλα, καμμιά δημιουργική πνοή. Μα είναι δυνατό να καταντήσει Ελβετία αυτή η χώρα του Οδυσσέα; Μερικοί μάλιστα ρίχνουν στο κράτος τις μεγαλύτερες ευθύνες για την κατάσταση. Είναι νομίζω μεγάλη παρεξήγηση των πραγμάτων να περιμένει κανείς από το Κράτος να δημιουργήσει πνευματική ζωή. Ούτε οι Ακαδημίες δημιουργούν λογοτεχνία, ούτε τα Πανεπιστήμια σκέψη, ούτε τα Εθνικά Θέατρα θεατρική κίνηση. Τα επίσημα ιδρύματα παρακολουθούν (συνήθως με καθυστέρηση μιας γενεάς) τη δημιουργία που συντελείται αυθόρμητα στον ελεύθερο αέρα. Τη μελετούν, τη σχολιάζουν, τη διατηρούν στα αρχεία τους. Είναι οι αποθήκες της πνευματικής ζωής. Όταν το Κράτος φιλοδοξεί να παίξει τον πρώτο ρόλο στην πνευματική κίνηση, τα κάνει όλα θάλασσα. Το ελεύθερο πνεύμα το μεταβάλλει σε πνεύμα της πολιτικής σκοπιμότητας και την τέχνη την καταντά γραφειοκρατία. (…) Τα μόνα καθήκοντα του Κράτους είναι να συγχρονίσει την αναχρονιστική εκπαίδευσή μας και να σέβεται την ελευθερία της σκέψης. Ας μην του ζητούμε περισσότερα γιατί υπάρχουν πιθανότητες πως θα μας κάνει να μετανοήσουμε. Πάρετε στην τύχη μερικά από τα σημερινά έντυπα, στίχους, αφηγήσεις, συζητήσεις ιδεών. Τι θα συναντήσετε σχεδόν παντού; Ανία, απογοήτευση, νοσταλγία των περασμένων, μοιρολατρεία, ηττοπάθεια. Μπορώ να αναφέρω εδώ λόγια των πιο φωτισμένων ανθρώπων της Ελλάδας, που μοιάζουν κραυγές ναυαγών. Τι ανάγκη να προσπαθήσουμε, να αγωνιστούμε, να ζήσουμε, αφού «τίποτα δεν μπορεί να γίνει στο Ρωμέικο;». Τέτοιο είναι το δίδαγμα που εξάγεται από τα λόγια των περισσοτέρων πνευματικών οδηγών μας. Η σπουδαιότερη ασχολία τους είναι να καταστρέφουν τις ελπίδες των νεωτέρων τους και να συντηρούν το μαρασμό της Ελλάδας. Δεν έχω όρεξη να τους κατηγορήσω. Είναι φυσικό να μην περιμένουν τίποτα από το μέλλον οι άνθρωποι που είδαν όλα τα όνειρά τους να εξευτελίζονται… Κι είναι επίσης φυσικό ότι αυτοί οι νικημένοι, που έπαυσαν να πιστεύουν στον εαυτό τους, δεν επιτρέπουν στους άλλους να έχουν περισσότερη αυτοπεποίθηση. Είμαστε τσακισμένοι, μαραμένοι, χαμένοι μεσ’ στον κυκεώνα της σύγχρονης ζωής. Κανείς δεν περιμένει κάτι καλό από την Ελλάδα. Καμμιά ελπίδα δεν χαράζει πουθενά. Η στιγμή αυτή είναι βέβαια μια θαυμάσια στιγμή». 

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Λογοτεχνικά ρεύματα

Λογοτεχνικά ρεύματα

Ο όρος Λογοτεχνικό ρεύμα αναφέρεται σε μια τάση που εμφανίστηκε στην τέχνη κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου και ακολουθήθηκε από αρκετούς καλλιτέχνες. Περιλαμβάνει «τις επιστημονικές, φιλοσοφικές και κοινωνικοοικονομικές αντιλήψεις των λογοτεχνών ή τους διαμορφωτικούς παράγοντες που επηρεάζουν την αισθητική παρουσίαση του έργου τους» (Κρασανάκης 2005*).
Η Νεοελληνική Λογοτεχνία επηρεάζεται από ρεύματα τα οποία άρχισαν να διαμορφώνονται από τον 18ο - 19ο αιώνα σε χώρες του εξωτερικού, με σημαντικότερα το ρομαντισμό, το ρεαλισμό, το νατουραλισμό, τον παρνασσισμό, το συμβολισμό, τον υπερρεαλισμό και το μοντερνισμό.
Ο ρομαντισμός αναπτύχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα ενώ το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα εξαπλώθηκε, με επίκεντρο τη Γαλλία, και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Γεννήθηκε ως αντίδραση προς τον κλασικισμό1 και το Διαφωτισμό και εκφράζει τη ρομαντική διάθεση. Στα έργα κυριαρχεί το συναίσθημα αντί της λογικής, η χωρίς όρια φαντασία, η άρνηση της πραγματικότητας και η εξιδανίκευση των πραγμάτων. Αγαπημένα θέματα των λογοτεχνών είναι ο έρωτας και η ερωτική δυστυχία, η μελαγχολία, ο θάνατος, η θρησκευτικότητα, η αγάπη για το παρελθόν και τις παραδόσεις, η περιπέτεια στη ζωή και η ομορφιά της φύσης.
Ο ρεαλισμός αναπτύχθηκε στη Γαλλία στα μέσα του 19ου αιώνα ως αντίδραση προς τον αισθηματισμό του ρομαντισμού και ως μια προσπάθεια πιστής και αντικειμενικής απόδοσης της πραγματικότητας. Τα θέματα των έργων προέρχονται από την καθημερινή εμπειρία και οι λογοτέχνες τηρούν αντικειμενική στάση απέναντι στα γεγονότα που διηγούνται. Περιγράφουν με ακρίβεια και λεπτομέρεια πρόσωπα και καταστάσεις, χωρίς εξάρσεις και εξιδανικεύσεις ενώ κάποιες φορές είναι εμφανής η κριτική τους διάθεση.
Ο νατουραλισμός αναπτύχθηκε στη Γαλλία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα και αποτελεί εξέλιξη αλλά και ακραία εκδοχή του ρεαλισμού. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η αναπαράσταση της πραγματικότητας με ακρίβεια και χωρίς εξωραϊσμούς καθώς και η επιλογή θεμάτων από την καθημερινή ζωή. Τα νατουραλιστικά έργα, ωστόσο, επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στα προβλήματα της ζωής και ξεχωρίζουν για την υπερβολικά λεπτομερή περιγραφή ακόμα και βίαιων σκηνών καθώς και για το τραγικό τέλος στο οποίο συχνά οδηγείται ο ήρωας. Οι νατουραλιστές λογοτέχνες θεωρούν πως η συμπεριφορά του ατόμου επηρεάζεται τόσο από εξωγενείς όσο και από ενδογενείς παράγοντες με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν τους ήρωες ως άτομα που δρουν με βάση τα εσωτερικά τους ένστικτα και υπό την επίδραση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών. Επιλέγουν θέματα ιδιαίτερα προκλητικά από το περιθώριο της κοινωνικής ζωής ενώ οι ήρωες είναι συνήθως καταπιεσμένοι, αδικημένοι και θύματα της κοινωνίας.
Ο παρνασσισμός αναπτύχθηκε στη Γαλλία στα τέλη του 19ου αιώνα ως αντίδραση στις συναισθηματικές υπερβολές του ρομαντισμού. Επανέφερε στοιχεία του κλασικισμού και στράφηκε προς την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα αλλά και προς τον ινδικό πολιτισμό. Χαρακτηριστικά των έργων είναι η στατικότητα, η απάθεια, η ρεαλιστική αναπαράσταση με ακριβείς περιγραφές, η ισορροπία και η αψεγάδιαστη μορφή. Οι λογοτέχνες αντλούν τα θέματά τους από την καθημερινή, κοινωνική αλλά και ιστορική πραγματικότητα και επιδιώκουν την απόλυτη τελειότητα με την αυστηρή τήρηση των μετρικών κανόνων, την επιμονή στην αναζήτηση των κατάλληλων λέξεων και τη σύμπτυξη των νοημάτων.
Ο συμβολισμός αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γαλλία ως μία αντίδραση απέναντι στο ρεαλισμό, το νατουραλισμό και τον παρνασσισμό. Οι λογοτέχνες προσπαθούν να προβάλουν τα συναισθήματα και τις ψυχικές τους διαθέσεις μέσα από αντικείμενα, τα οποία δανείζονται από τον υλικό και πνευματικό κόσμο και ενσωματώνουν στο έργο τους μέσω λεκτικών συμβόλων. Βασικά χαρακτηριστικά των έργων είναι ο περιορισμός του εννοιολογικού περιεχομένου καθώς και η υποβλητικότητα και η μουσικότητα του στίχου, η οποία εξαρτάται από τη σωστή επιλογή και διάταξη των λέξεων.
Ο υπερρεαλισμός (ή σουρεαλισμός) αναπτύχθηκε στη Γαλλία στις αρχές του 20ου αιώνα και πιο συγκεκριμένα κατά την περίοδο μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Μπορεί να αποδοθεί με τη φράση «πάνω ή πέρα από την πραγματικότητα» εφόσον επιδίωξή του είναι η υπέρβαση του πραγματικού κόσμου με τη διερεύνηση και την καταγραφή του υποσυνείδητου και την απελευθέρωση της φαντασίας , χωρίς την παρέμβαση της λογικής. Χαρακτηριστικά στοιχεία των υπερρεαλιστικών έργων είναι η αυτόματη γραφή, με την οποία εκδηλώνονται οι αυτόματοι ψυχικοί συνειρμοί, η καταστρατήγηση των κανόνων της παραδοσιακής στιχουργικής, η χρήση τεχνικών που απελευθερώνουν από τους λογικούς κανόνες, τα χρώματα και οι εικόνες που παραπέμπουν στον κόσμο των ονείρων, η γλωσσική απελευθέρωση.
Ο μοντερνισμός αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα ως αντίδραση στις συντηρητικές αξίες του ρεαλισμού. Εκφράζει την κρίση του αστικού πολιτισμού και τις συνταρακτικές αλλαγές που επήλθαν στη Δυτική κοινωνία. Χαρακτηριστικά του είναι η απόρριψη της παράδοσης και η υιοθέτηση νέων τάσεων, οι οποίες επηρεάζονται από την συνεχώς εξελισσόμενη τεχνολογία και τις επιπτώσεις του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

1 Ο κλασικισμός αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα και κυρίως κατά την εποχή της Αναγέννησης. Χαρακτηριστικά του είναι η αρτιότητα, η αρμονία, η ισορροπία και η συμμετρία της έκφρασης. Ο λογοτέχνης ακολουθεί τις αρχές και τα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής εποχής και επηρεάζεται περισσότερο από τη λογική παρά από το συναίσθημα και τη φαντασία.
* Κρασανάκης, Α. Λογοτεχνία & Ρητορική. Αθήνα: 2005.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017

ΥΠΌ ΤΟ ΜΗΔΈΝ Η ΥΠΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ:


Σε απογευματινό δελτίο ειδήσεων ακούστηκε για τη θερμοκρασία που θα επικρατήσει τη νύχτα ότι θα είναι τάδε βαθμοί υπό τού μηδενός. 
Επειδή πρόκειται για ένα λάθος που ακούγεται συχνά, καλό είναι να θυμόμαστε ότι στη χρήση αυτή το υπό συντάσσεται με αιτιατική.

 'Αρα το σωστό είναι υπό το μηδέν : Η θερμοκρασία θα πέσει στους 2 βαθμούς υπό το μηδέν.

Το υπό + γενική χρησιμοποιείται (στη λόγια γλώσσα / καθαρεύουσα) για να δηλωθεί «από ποιον γίνεται κάτι» (το λεγόμενο «ποιητικό αίτιο») : Ο φόρος καταβάλλεται υπό των ιδιοκτητών των ακινήτων.