ΓΝΩΣΗ

ΓΝΩΣΗ

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΠΡΟΣΩΠΑ ΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΡΟΣΩΠΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ



ΑΠΡΟΣΩΠΑ ΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΡΟΣΩΠΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

Ορισμός
Απρόσωπα ή τριτοπρόσωπα λέγονται τα ρήματα που βρίσκονται σε γ΄ ενικό πρόσωπο και δεν έχουν ως υποκείμενο ένα πρόσωπο ή πράγμα.

ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΠΡΟΣΩΠΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΡΟΣΩΠΩΝ ΕΚΦΡΑΣΕΩΝ
Αποκλειστικώς απρόσωπα ρήματα είναι μόνο το χρὴ (= πρέπει, είναι ανάγκη) και το ἔξεστι (= είναι δυνατό, επιτρέπεται).
Τα υπόλοιπα προέρχονται από προσωπικά ρήματα:

α) ενεργητικά, όπως:
β) παθητικά, όπως:
·         δοκεῖ (= φαίνεται, νομίζεται, θεωρείται)
·         δεῖ, πρέπει, προσήκει (= πρέπει, επιβάλλεται, αρμόζει)
·         ἔνεστι, πάρεστι, ἔστιν (= είναι δυνατό)
·         μέλλει (= πρόκειται)
·         σημαίνει (= δίνεται σημείο)
·         μέλει τινί (= ενδιαφέρει κάποιον)
·         δηλοῖ (= είναι φανερό)
·         φιλεῖ (= συνηθίζεται)
·         διαφέρει (= υπάρχει διαφορά)
·         παρέχει (= παρουσιάζεται ευκαιρία)
·         ἔοικε (= φαίνεται)
·         προχωρεῖ (= πάει καλά)
·         λυσιτελεῖ, συμφέρει (= συμφέρει)
·         ἐγχωρεῖ (= είναι δυνατό, επιτρέπεται)
·         ἀρκεῖ (= είναι αρκετό)
·         λέγεται, ἀγγέλλεται, θρυλεῖται, ἄδεται, (= λέγεται, διαδίδεται)
·         ὁμολογεῖται (= αναγνωρίζεται)
·         νομίζεται (= θεωρείται)
·         ἐπέρχεταί τινι, παρίσταταί τινι (= έρχεται στο νου κάποιου)
·         εἴμαρται (= είναι πεπρωμένο, είναι ορισμένο από τη μοίρα)
·         ἁμαρτάνεται (= γίνεται σφάλμα)
·         εἰκάζεται (= συμπεραίνεται)
·         ὥρισται (= είναι καθορισμένο)
·         ἐνδέχεται, ἐγγίγνεται (= είναι ενδεχόμενο)
·         προβεβούλευται (= έχει βγει προκαταρτική απόφαση)
·         ἐγγίγνεται (= επιτρέπεται)

Οι απρόσωπες εκφράσεις σχηματίζονται:
α) από ουδέτερο επιθέτου και το ρήμα ἐστί:
β) από ουδέτερο μετοχής και το ρήμα ἐστί:
·    ῥᾴδιόν ἐστι (= είναι εύκολο)
·    οἷόν τ΄ἐστι (= είναι δυνατό)
·    δῆλόν ἐστι (= είναι φανερό)
·    δεινόν ἐστι (= είναι φοβερό)
·    προσῆκόν ἐστι (= είναι πρέπον)
·    χαλεπόν ἐστι (= είναι δύσκολο)
·    ἀγαθόν ἐστι (= είναι καλό)
·    πλημμελές ἐστι (= είναι ανάρμοστο)
·         εἰκός ἐστι (= είναι φυσικό)
·         χρεών ἐστί (= είναι αναγκαίο)
·         προσῆκόν ἐστι (= αρμόζει)
·         δεδογμένόν ἐστι (= έχει αποφασιστεί)
·         καθεστηκός ἐστι (= είναι καθορισμένο)
·         δυνατόν ἐστι (= είναι δυνατό)
γ) από αφηρημένο ουσιαστικό και το ρήμα ἐστί:
δ) από (τροπικό) επίρρημα και το ρήμα ἔχει:
·         ἀνάγκη ἐστί (= είναι ανάγκη)
·         ὥρα ἐστί (= είναι ευκαιρία)
·         ἀκμή ἐστι (= είναι η πιο κατάλληλη στιγμή)
·         σχολή ἐστι (= υπάρχει διαθέσιμος χρόνος)
·         θέμις ἐστί (= υπάρχει νόμος / συνήθεια)
·         ἔργον ἐστί (= είναι επίπονο / δύσκολο)
·         ἔργον ἐστί τινος (= είναι καθήκον κάποιου)
·         κίνδυνός ἐστι (= υπάρχει κίνδυνος)
·         λόγος ἐστί (= λέγεται)
·         ἔθος ἐστί (= συνηθίζεται)
·       ῥᾳδίως ἔχει (= είναι εύκολο)
·       ἀναγκαίως ἔχει (= είναι αναγκαίο)
·       εὖ ἔχει (= είναι καλό)
·       ἀρκούντως ἔχει (= είναι αρκετό)
·       προσηκόντως ἔχει (= είναι πρέπον)
·       αἰσχρῶς ἔχει (= είναι ντροπή)
·       καλῶς ἔχει (= είναι καλό)
·       κακῶς ἔχει (= είναι κακό)


ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΑΠΡΟΣΩΠΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΡΟΣΩΠΩΝ ΕΚΦΡΑΣΕΩΝ

Τα απρόσωπα ρήματα και οι απρόσωπες εκφράσεις δέχονται ως υποκείμενο:
α) άναρθρο απαρέμφατο, τελικό ή ειδικό:
π.χ. Τοὺς νόμους δεῖ τηρεῖν τοὺς δικάζοντας  (= Oι δικαστές πρέπει να τηρούν τους νόμους)
β) δευτερεύουσα ονοματική πρόταση, ειδική, ενδοιαστική ή πλάγια ερωτηματική:
π.χ. Ἠγγέλθη ὅτι ἡττημένοι εἶεν Λακεδαιμόνιοι  (= Aνακοινώθηκε ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν ηττηθεί)
γ) αφηρημένη σύστοιχη έννοια που ενυπάρχει στο απρόσωπο ρήμα και προκύπτει αν αυτό αναλυθεί σε απρόσωπη έκφραση:
π.χ.      πολεμεῖται = γίγνεται πόλεμος                 παρεσκεύασται = γεγένηται παρασκευή
Τυπικά τα ρήματα αυτά δεν έχουν υποκείμενο

Τέτοια ιδιόρρυθμα απρόσωπα ρήματα είναι συνήθως:
α) τα παθητικά απρόσωπα:

  • πολεμεῖται = πόλεμος γίγνεται
  • παρεσκεύασταί τινι = παρασκευή γεγένηται
  • ηὖκται = εὐχή γεγένηται

β) τα ενεργητικά απρόσωπα:
  • μέλει τινι τινός = μέλησὶς ἐστί τινί τινός (= φροντίζει κάποιος για κάτι)
  • μεταμέλει τινι τινός = μεταμέλεια ἐστί τινι τινός (= μετανοεί κάποιος για κάτι)
  • μὲτεστί τινι τινός = μετουσία ἐστί τινι τινός (= διεκδικεί κάτι, μετέχει κάποιος σε κάτι)
  • δεῑ μοι τινός = ἔνδεια ἐστί τινι τινός (= χρειάζεται κάποιος κάτι)
Σημείωση:
Σε αυτές τις περιπτώσεις το «τινός» είναι αντικείμενο και σπανίως τίθεται σε αιτιατική.
Η γενική όμως που συνοδεύει το ρήμα «μεταμέλει» θεωρείται γενική της αιτίας.

γ) ρήματα που δείχνουν φυσικά ή καιρικά φαινόμενα:
  • ὕει = ὑετός γίγνεται (= βρέχει)
  • νίφει = πίπτει χιών (= χιονίζει)
  • συννέφει = νέφος γίγνεται (= συννεφιάζει)
  • συνεσκόταζε = σκότος ἐγίγνετο (= σκοτείνιασε, έπεσε σκοτάδι)
  • ἐκείνου τοῦ μηνός ἔσειε = σεισμός ἐγένετο (= έγινε σεισμός)
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:
1. Οι απρόσωπες εκφράσεις «δῆλόν ἐστι» και «φανερόν ἐστι» δεν δέχονται ποτέ ως υποκείμενο απαρέμφατο, αλλά ονοματική ειδική ή πλάγια ερωτηματική πρόταση:
π.χ. Δῆλον ἐγένετο τοῖς Θηβαίοις ὅτι ἐμβαλοῖεν οἱ Λακεδαιμόνιοι.
(= Έγινε φανερό στους Θηβαίους ότι θα εισβάλουν οι Λακεδαιμόνιοι)

2. Στην απρόσωπη σύνταξη έχουμε πάντοτε ετεροπροσωπία, εφόσον το υποκείμενο του ρήματος δεν γίνεται να συμπίπτει με το υποκείμενο του απαρεμφάτου

3. Το ρήμα «δεῖ» είναι προσωπικό όταν συντάσσεται με μία από τις γενικές: «μικροῦ, «πολλοῦ», «ὀλίγου», «τοσούτου», «ἑνός», «δυοῖν»

4. Στην απρόσωπη έκφραση «ἔργον ἐστί τινός»,το «ἔργον» συχνά παραλείπεται και η γενική «τινός» είναι κτητική:
π.χ. Ἄρχοντος (ἔργον) ἐστί ἐπιμελεῖσθαι τῶν ἀρχομένων  (= Είναι έργο του άρχοντα να φροντίζει το λαό)

5. Το ρήμα «δοκεῖ» όταν συντάσσεται με τελικό απαρέμφατο είναι απρόσωπο και μεταφράζεται: φαίνεται καλό να..
Όταν όμως συντάσσεται με ειδικό απαρέμφατο είναι συνήθως προσωπικό και μεταφράζεται: νομίζει κάποιος ότι..

6. Όταν στην πρόταση υπάρχει ονομαστική τότε η σύνταξη είναι προσωπική:
π.χ. Λέγεται Ἀλκιβιάδης εἶναι ἐν Λακεδαίμονι  (= Λένε ότι ο Αλκιβιάδης βρίσκεται στην Λακεδαίμονα)

Η ΔΟΤΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΠΡΟΣΩΠΗ ΣΥΝΤΑΞΗ
Η δοτική προσωπική είναι η δοτική που συνοδεύει τα απρόσωπα ρήματα και τις απρόσωπες εκφράσεις και δηλώνει το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται η έννοιά τους, το πρόσωπο δηλαδή για το οποίο υπάρχει η γίνεται κάτι. Αποτελεί λοιπόν το λογικό υποκείμενο του ρήματος
π.χ. Ἐμοί προσήκει λέγειν (= Πρέπει να μιλήσω)

Η δοτική προσωπική, όταν μετατραπεί σε αιτιατική, δίνει το υποκείμενο του απαρεμφάτου που λειτουργεί ως υποκείμενο του απροσώπου ρήματος
π.χ. Ἐμοί προσήκει λέγειν  (= Πρέπει να μιλήσω)
  προσήκει: ρήμα        λέγειν: υποκείμενο του ρήματος, τελικό απαρέμφατο      ἐμοί: δοτική προσωπική
                                                άρα, υποκείμενο του απαρεμφάτου: μὲ
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:
1. Η δοτική προσωπική που συνοδεύει τα ρήματα «δοκεῖ» και «φαίνεται» χαρακτηρίζεται δοτική προσωπική (του ενεργούντος προσώπου), όταν λειτουργούν ως απρόσωπα. Όταν όμως λειτουργούν ως προσωπικά ,τότε η δοτική προσωπική χαρακτηρίζεται του κρίνοντος προσώπου.
2. Τα ρήματα «χρὴ» (πάντα) και «δεῖ» (συνήθως) δεν συντάσσονται με δοτική προσωπική, αλλά αντί για δοτική τίθεται συνήθως αιτιατική προσώπου ως υποκείμενο του απαρεμφάτου:
π.χ. Οὐ πόνου πολλοῦ με δεῖ    (= Δεν χρειάζεται να μπω σε μεγάλο κόπο)
3. Η δοτική προσώπου που συντάσσεται με απρόσωπα ρήματα, τα οποία προκύπτουν από ρήματα προσωπικά μεταβατικά που συντάσσονται με δοτική είναι αντικείμενο:
π.χ. Οὐ συμφέρει τοῖς τυράννοις  (= Δεν συμφέρει τους τυράννους)
4. Η δοτική προσωπική παραλείπεται συχνά:
α) όταν εννοείται από τα συμφραζόμενα
β) όταν είναι γενική και αόριστη, οπότε εννοούμε ένα από τα: «τινί», «ἡμῖν», «τοῖς ἀνθρώποις»
γ) όταν είναι η ίδια με το υποκείμενο του απαρεμφάτου που εξαρτάται από το απρόσωπο

                                                                Ασκήσεις
1. Στο παρακάτω απόσπασμα να εντοπίσετε τα απρόσωπα ρήματα και να βρείτε τα υποκείμενά τους:
Ἐπειδή τοίνυν ὑμῖν ἐγνωκέναι τὰ δίκαια (ποιεῖν) ὑπάρχει, ὅπως καὶ πρᾶξαι ταῦτ΄ἐφ΄ ὑμῖν ἔσται δεῖ σκοπεῖν. Ἔστι δε ταῦτ΄, ἐάν ὑποληφθῆτε κοινοί προστάται τῶν πάντων ἐλευθερίας εἶναι. Εἰκότως δέ μοι δοκεῖ χαλεπώτερον εἶναι ὑμῖν πρᾶξαι τὰ δέοντα.  

2. Να συμπληρώσετε τον πίνακα με τα στοιχεία που ζητούνται απο τις παρακάτω προτάσεις:2.1. Ἀνάγκη ἐστί ἐμοί τοῖς οἴκοι ἄρχουσι πείθεσθαι.
2.2. Ἐξῆν τῇ πόλει Φίλιππον τιμωρήσασθαι.
2.3. Ἄξιον ἐστί πᾶσιν ἀνθρώποις μεμνῆσθαι τῆς ἀρετῆς τῶν προγόνων.
2.4. Ἐλπίς ἄν ἦν γενέσθαι αὐτά βελτίω.
2.5. Συμφέρει ὑμῖν βοηθεῖν τοῖς ξυμμάχοις.
Απρόσωπο ρήμα/Απρόσωπη έκφραση
Υποκείμενο Απροσώπου
Υποκείμενο Απαρεμφάτου
Δοτική προσωπική
2.1
2.2
2.3
2.4
2.5

3. Να βρεθούν τα ιδιόρρυθμα απρόσωπα ρήματα και να συνταχθούν:
3.1. Οὐδέν μέλει ὑμῖν τῆς ὑμετέρας σωτηρίας.
3.2. Ἐν ὀλιγαρχίᾳ πένησιν οὐ μέτεστιν ἀρχῆς.
3.3. Μεταμέλει μοι τῶν πεπραγμένων.

4. Στις παρακάτω προτάσεις να βρεθούν τα απρόσωπα ρήματα, το υποκείμενό τους καθώς και το υποκείμενο των απαρεμφάτων:
4.1. Ἀνάγκη ἐστί μοχθεῖν τοὺς θέλοντας εὐτυχεῖν.
4.2. Ἄδηλον ἦν ὁπότε αὐτοῖς ξυρράξουσι.
4.3. Τοῖς ἀτυχοῦσι συμφέρει νεωτερίζειν.
4.4. Γράμματα δεῖ μαθεῖν καὶ μαθόντα νοῦν ἔχειν.
4.5. Οὐδέν ἐμποδών ἐστι αὐτοῖς κυρίους τῶν ἀγαθῶν εἶναι.
4.6. Δῆλον ἐγένετο πᾶσι ὅτι πάντες ἠνιάθησαν.

5. Στο παρακάτω απόσπασμα να βρεθούν τα απρόσωπα ρήματα και οι απρόσωπες εκφράσεις και να συνταχθούν:
«Δεινόν δε μοι δοκεῖ εἶναι, ὦ ἄνδρες δικασταί, εἰ τούτου μεν ἑνός ὅντος καὶ ουδὲν ὑπό τῆς πόλεως, ἠδικημένου, οὐκ ἐπεχείρησαν δεῖσθαι, ὡς χρή παύσασθαι εἰς ὑμᾶς ἐξαμαρτάνοντα, ὑμᾶς δε τοσούτους ὄντας καὶ ἠδικημένους ὑπό τούτου αἰτήσουσιν, ὡς οὐ χρή δίκην παρ’αὐτοῦ λαμβάνειν»

6. Στις ακόλουθες προτάσεις να συντάξετε τα απρόσωπα ρήματα και τις απρόσωπες εκφράσεις:
6.1. Ἔδει τὰ ἐνέχυρα τότε λαβεῖν.
6.2. Περί δείλην ἤδη ὀψίαν ἀγγέλεται αὐτοῖς τὰς ἀπό Πελοποννήσου πέντε καὶ πεντήκοντα ναῦς ὅσον οὐ παρεῖναι.
6.3. Ἀλλά μήν ὅσιόν ἐστι τῶν ἀγαθῶν μᾶλλον ἤ τῶν κακῶν μεμνῆσθαι.
6.4. Οὐ γάρ, οἶμαι, συμφέρει τοῖς ἄρχουσι φρονήματα μεγάλα ἐγγίγνεσθαι τοῖς ἀρχομένοις.
6.5. Ἔδοξεν αὐτοῖς στρατεύειν ἐς Ἄργος.
6.6. Φανερόν ἐστί ὅτι τὰ μέλλοντα προγιγνώσκειν οὐ τῆς ἡμετέρας φύσεώς ἐστιν.
6.7. Προσήκει μέν πᾶσιν ὑμῖν τιμωρεῖν ὑπέρ τῶν ἀνδρῶν.
6.8. Τῷ δε Προμηθεῖ εἰς τὴν ἀκρόπολιν οὐκέτι ἐνεχώρει εἰσελθεῖν.
6.9. Ἔξεστί σοι μέγιστα ἀγαθά τῇ σεαυτοῦ πατρίδι ὑπουργῆσαι.

7. Να βρείτε αν τα υπογραμμισμένα ρήματα είναι προσωπικά ή απρόσωπα και το υποκείμενό τους:
7.1. Λέγεται τοίνυν ἐκεῖνον τειχίζειν.
7.2. Οὐκοῦν γέλοιός σοι φαίνομαι εἶναι, ὦ Σώκρατες.
7.3. Ἔδοξεν αὐτοῖς ἐλθοῦσιν ὡς τοὺς Ἀθηναίους ξυμμάχους γενέσθαι.
7.4. Εὐαγόρας μικροῦ ἐδέησεν Κύπρον ἅπασαν κατασχεῖν.
7.5. Ἐπειδή ἐδόκει τῷ Νικίᾳ καὶ τῷ Δημοσθένῃ ἱκανῶς παρεσκευάσθαι καὶ ἡ ἀνάστασις ἤδη τοῦ στρατεύματος ἐγένετο.

8. Να βρεθούν τα ιδιόρρυθμα απρόσωπα και να συνταχθούν:

8.1. Τοῖς πρότερον ἡμαρτηκόσιν μετέμελεν.
8.2. Οὐ μέτεστι αὐτοῖς Ἐπιδάμνου.
8.3. Ἐν ὀλιγαρχίᾳ πένησιν οὐ μετέστι ἀρχῆς.
8.4. Μελέτω σοι τοῦ πλήθους.
8.5. Νῦν τοίνυν ὑμῖν μεταμελησάτω τῶν πεπραγμένων.

9. Να συμπληρώσετε τον παρακάτω πίνακα αφού συντάξετε τα απρόσωπα ρήματα και τις απρόσωπες εκφράσεις:
9.1. Μετά ταῦτα ἔδοξε τοῖς στρατιώταις πορεύεσθαι εἰς τὰς ἐγγύς κώμας.
9.2. Οἱ Θηβαῖοι ἔλεγον ὡς καιρός εἴη ἐπιτίθεσθαι τοῖς Λακεδαιμονίοις.
9.3. Μετέμελεν αὐτοῖς ἁπάντων τῶν εἰρημένων.
9.4. Δίκαιόν ἐστι άπολογήσασθαι πρὸς ταῦτα.
9.5. Πρέπον ἄν ἡμῖν εἴη τόν θεόν ἐγκωμιάζειν.
9.6. Ἀπόρως ἡμῖν ἔχει πόθεν τύχοιμεν ἄν σωτηρίας.
Απρόσωπο ρήμα
Υποκείμενο
Υποκείμενο Απαρεμφάτου
   9.1
   9.2
   9.3
   9.4
   9.5
   9.6


Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2019

Ενεοί και κεχηνότες

Έχουμε πολλές λέξεις και εκφράσεις για να δηλώσουμε την κατάπληξη, το ξάφνιασμα, το σάστισμα, το απροσδόκητο και αδιανόητο γεγονός που μας κάνει να μένουμε με το στόμα ανοιχτό, μη μπορώντας να αρθρώσουμε λέξη γι’ αυτό που μόλις συνέβη ή μόλις μάθαμε. Σαστίζει κανείς, ξαφνιάζεται, τα χάνει, μένει άναυδος, άφωνος, άλαλος, σύξυλος, εμβρόντητος, κατάπληκτος, αποσβολώνεται, μένει μ’ ανοιχτό το στόμα, μένει ακίνητος σαν άγαλμα, σαν κεραυνόπληκτος, σαν στήλη άλατος, του έρχεται κεραμίδα, μένει κόκαλο, του κόβεται η μιλιά, μένει με το δάχτυλο στο στόμα, ανοίγει διάπλατα τα μάτια, μένει κάγκελο,  μένει κεχηνώς ή ενεός. Υπάρχουν εκφράσεις για όλα τα γούστα και τα επίπεδα ύφους και είμαι βέβαιος ότι μπορείτε κι εσείς να προσθέσετε κάμποσες. Χωρίς να είναι εντελώς συνώνυμες, όλες αυτές οι εκφράσεις έχουν κοινό στοιχείο το ξάφνιασμα, τη μεγάλη έκπληξη.
Για να γυρίσουμε όμως στις δικές μας, το κεχηνώς σημαίνει κάπως ειδικότερα αυτόν που μένει με ανοιχτό το στόμα. Σήμερα η ετυμολογία δεν είναι διάφανη, αφού η λέξη είναι αρχαία, αλλά αυτό το κεχηνώς είναι μετοχή παρακειμένου του ρήματος χαίνω, και του παράλληλου ρήματος χάσκω, που το έχουμε και σήμερα. Χάσκω σημαίνει ακριβώς «μένω με ανοιχτό το στόμα» αλλά από το θέμα αυτό βγαίνει μόνο ο ενεστώτας και ο παρατατικός (έχασκον) και από εκεί και πέρα χρησιμοποιεί τους χρόνους του «χαίνω», από τους οποίους ο παρακείμενος είναι «κέχηνα», παρακείμενος με σημασία ενεστώτα. Η μετοχή κεχηνώς σημαίνει αυτόν που έχει ανοιχτό το στόμα, που χάσκει, τον χαζό, τον χάχα, τον αφελή, γι’ αυτό και το «κεχηνότες» συχνά χρησιμοποιείται υποτιμητικά -και αυτό από τον καιρό του Αριστοφάνη, ο οποίος αποκάλεσε Κεχηναίους τους Αθηναίους. Το «κεχηνότες» ήταν σχετικά συχνό στην αρχαιότητα, και όχι σπάνιο στην καθαρεύουσα, γι’ αυτό και ο Ζουράρης που θέλει να βρίζει με πρωτοτυπία πήγε και ξέθαψε τους «χάσκακες», ένα σχεδόν άπαξ λεγόμενο, που πρέπει να σημαίνει το ίδιο ακριβώς. (Προσθήκη: δεν είναι σωστό αυτό, ο όρος είχε ήδη χρησιμοποιηθεί από τον Μανουήλ Γεδεών, βλ. σχόλιο 22).
Το αρχαίο «κέχηνα», με σημασία ενεστώτα, σήμαινε και «χασμουριέμαι». Στην αρχή από τους Αχαρνείς, ο Αριστοφάνης βάζει τον Δικαιόπολη να παραπονιέται ότι μέσα στην εκκλησία του Δήμου βαριέται και: στένω κέχηνα σκορδινώμαι πέρδομαι, απορώ γράφω παρατίλλομαι λογίζομαι, δηλαδή, σε μια ωραία μετάφραση (με λίγο ανακατεμένη τη σειρά): στενάζω και τεντώνομαι και χασμουριέμαι, κλάνω, δεν ξέρω τι να κάνω και μαδιέμαι, και φιάχνω κάτω ζωγραφιές και συλλογιέμαι. Και πάλι, ανοιχτό στόμα.

Το άλλο επίθετο του τίτλου, ενεός, είναι κι αυτό αρχαίο, με αρχική σημασία «άναυδος, άλαλος». Σήμερα δεν το χρησιμοποιούμε παρά μόνο για να δηλώσουμε μεγάλη έκπληξη: έμεινε ενεός μόλις άκουσε ότι…  Και πάλι, το θηλυκό είναι πολύ ασυνήθιστο -κανονικά είναι «η ενεά» αν και δεν θα τσακωθούμε αν πείτε «η ενεή». Στα αρχαία, η λέξη είναι αγνώστου ετύμου.
Ν. Σαραντάκος

Σάββατο 17 Αυγούστου 2019

Τα 10 συχνότερα εκφραστικά λάθη

Άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου

Σωστό: Άνοιξε ο ασκός του Αιόλου
Χρησιμοποιούμε αυτήν την έκφραση για να μιλήσουμε για πράξεις που έχουν ανεξέλεγκτες συνέπειες. Αυτός που προέβη στην πράξη «άνοιξε τον ασκό του Αιόλου», όπως έκαναν οι σύντροφοι του Οδυσσέα στο ταξίδι της επιστροφής στην Ιθάκη με αποτέλεσμα να ελευθερωθούν οι άνεμοι και το καράβι τους να χάσει τον προσανατολισμό του. Σήμερα, η έκφραση συναντάται και στον πληθυντικό ως ασκοί του Αιόλου που, όμως είναι λανθασμένη αφού ο Αίολος είχε έναν ασκό και όχι πολλούς.

Παν μέτρον άριστον

Σωστό: Μέτρον άριστον
Η φράση «μέτρον άριστον» αποδίδεται στον Κλεόβουλο τον Λίνδιο και σημαίνει ότι καλύτερο είναι αποφεύγουμε τις ακρότητες και να τηρούμε το μέτρο σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Αργότερα, προστέθηκε το «παν» δημιουργώντας όμως νοηματική ασάφεια στη φράση, σε σημείο που να θεωρείται λανθασμένο. Ωστόσο, το λεξικό Μπαμπινιώτη προκρίνει ως σωστό το «μέτρον άριστον», αλλά δεν απορρίπτει ως λάθος το «παν μέτρον άριστον».

Ανεξαρτήτου ηλικίας

Σωστό: Ανεξαρτήτως ηλικίας
Το σωστό είναι «ανεξαρτήτως ηλικίας» και όχι «ανεξαρτήτου ηλικίας» . Χρειαζόμαστε επίρρημα και όχι επίθετο για να αποδοθεί σωστά το νόημα της έκφρασης.

«Η λέξη αυτή απαντάται στον Ελύτη»

Σωστό: Η λέξη αυτή απαντά στον Ελύτη.
Το απαντώ είναι αρχαία λέξη και σήμαινε συναντώ. Χρησιμοποιήθηκε και ως αμετάβατο ρήμα με τη σημασία του υπάρχω, βρίσκομαι. Επομένως, είναι σωστό (και αρχαίο ήδη) να λέμε «Η λέξη αυτή απαντά στον Ελύτη».

Πριν την έναρξη

Σωστό: Πριν από την έναρξη
Σύμφωνα με το νεοελληνικό λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη, είναι κατάλληλο να χρησιμοποιείται πάντα ο συνδυασμός «πριν από», όταν το πριν λειτουργεί ως πρόθεση.

Υπέρ του δέοντος

Σωστό: Υπέρ το δέον
Η σωστή μορφή  είναι «υπέρ το δέον» σημαίνει «πάνω απ’ όσο πρέπει». Διαφορετικά το υπέρ δηλώνει υπεράσπιση.

Τρεισήμισι χρόνια

Σωστό: Τριάμισι χρόνια
Το «τριάμισι» χρησιμοποιείται όταν το όνομα που συνοδεύει είναι ουδέτερο (π.χ. τριάμισι χρόνια) και το «τρεισήμισι» όταν είναι αρσενικό ή θηλυκό (π.χ. τρεισήμισι μέρες).

Ο οποιοσδήποτε μπορεί να το κάνει

Σωστό: Οποιοσδήποτε μπορεί να το κάνει.
Το ίδιο ισχύει και για το οτιδήποτε.

Λάθος όνομα

Σωστό: Λανθασμένο όνομα
Δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το ουσιαστικό «λάθος» σαν επιθετικό προσδιορισμό.

Επί τω έργω

Σωστό: Επί το έργον
Η λόγια φράση είναι επί το έργον και αφορά το έργο, τη δραστηριότητα που έχει αναλάβει κάποιος.

Και τί γίνεται επιτέλους με το «σαν» και το «ως»;

Το «σαν» χρησιμοποιείται για παρομοιώσεις, ενώ το «ως» για πραγματικές ιδιότητες. Επομένως όταν αναφερόμαστε σ’ ένα γιατρό που όντως ασκεί το επάγγελμα θα πούμε:« Ως γιατρός θεωρεί…». Όταν λέμε «τον φρόντισε σαν γιατρός» εννοούμε κάποιον που δεν είναι γιατρός.
 Πηγές: gnomikologikon.gr και e-didaskalia.blogspot.com

Κυριακή 28 Ιουλίου 2019

Σολωμός -Καβάφης κατά τον Ελύτη

     Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα, δυο πόλους: το βόρειο και το νότιο. Στον ένα τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός, που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε –προτού υπάρξει ο Mallarme στα ευρωπαϊκά γράμματα- να χαράξει μι άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος. Στον άλλο πόλο τοποθετείται ο Κ.Π. Καβάφης, αυτός που , παράλληλα με τον T.S. Eliot έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων. Ανάμεσα στους δυο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι μεγάλοι μας άλλοι ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο προς το ένα ή το άλλο από τα δυο άκρα. 328-9

Σημειώνω τις εργασίες… εύκολη υπόθεση!

Τα όρια της γλώσσας και τα όρια του κόσμου μας-Απόψεις

Τα όρια της γλώσσας και τα όρια του κόσμου μας
Σχετικά με τη σχέση γλώσσας και νόησης, ένα τσιτάτο που παρατίθεται συχνά είναι το εξής: «Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου». Η ιδέα που εγκιβωτίζεται μέσα σε αυτό το εδάφιο του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν είναι περίπου ότι η γλώσσα ταυτίζεται με τη σκέψη και τη νόηση. Με άλλα λόγια, ο ισχυρισμός είναι ότι η σκέψη μας φτάνει μέχρι εκεί όπου φτάνει η γλώσσα μας, και δεν μπορεί να πάει παραπέρα.
Η ιδέα αυτή είναι διαδεδομένη και δημοφιλής, ενώ παράλληλα είναι εντελώς λανθασμένη. Αυτό εύκολα το αντιλαμβανόμαστε όσοι έχουμε συναισθήματα, τα οποία είναι κατεξοχήν δύσκολο να περιγραφούν ή και να διατυπωθούν με την απλή χρήση της γλώσσας: είναι πάντοτε δύσκολο να μιλήσουμε για αυτά που νιώθουμε. Επιπλέον, την πλάνη ότι γλώσσα και σκέψη ταυτίζονται την αντιλαμβανόμαστε όσοι από εμάς σκέφτονται με διαγράμματα (π.χ. οι μηχανικοί) ή με μελωδίες ή με εικόνες ή, για να θυμηθούμε και πάλι τον Βιτγκενστάιν, με νοητικά βιντεάκια – π.χ. όταν ανακαλούμε μια αλληλουχία γεγονότων. Υπάρχει ένα πολυποίκιλο σύμπαν νόησης που βρίσκεται πέρα από γλωσσικές διατυπώσεις.
Αν πάντως τα όρια της γλώσσας μου ήταν όντως τα όρια του κόσμου μου, τότε κολοβώνοντας τη γλώσσα μου θα μου φαλκίδευαν την ικανότητά μου για (κριτική) σκέψη. Η ιδέα αυτή αποτελεί ένα από τα θέματα του μυθιστορήματος 1984 του Τζωρτζ Όργουελ, στο οποίο ένα από τα τρία ολοκληρωτικά καθεστώτα που κυβερνούν τον κόσμο έχει καταφέρει να κολοβώσει, να τιθασεύσει και τελικά να ποδηγετήσει την ανθρώπινη σκέψη περιορίζοντας τη σημασία κάποιων λέξεων και, κυρίως, καταργώντας τις περισσότερες λέξεις. Με αφορμή το 1984, πολλοί έχουν αναρωτηθεί αν ένας τέτοιος κίνδυνος είναι υπαρκτός, δηλαδή αν ένα περιορισμένο λεξιλόγιο όντως αντιστοιχεί σε περιορισμένη σκέψη, καθώς και αν μαζί με κάθε λέξη που χάνεται χάνεται και η έννοια που η λέξη αυτή καταδηλώνει.
Κατ’ αρχάς καμία άνωθεν κατάργηση λέξεων ή γραμματικών δομών δεν υπήρξε ποτέ επιτυχής – σκεφτείτε λ.χ. τις διάφορες κατά καιρούς απόπειρες να ρυθμιστεί η καθομιλούμενη γλώσσα με βάση το ένα ή το άλλο πρότυπο. Οι λέξεις μπορεί να δημιουργούνται και να πεθαίνουν από μόνες τους, οι γραμματικές δομές να αναδύονται και να εκπίπτουν, όμως δεν καταργούνται.
Παραμένοντας στις λέξεις, ακόμα και αν καταργούνταν κάποιες από αυτές, έννοιες και λέξεις δεν ταυτίζονται: δεν υπάρχει αντιστοιχία μίας προς μία ανάμεσα στις έννοιες και τις λέξεις. Μια έννοια μπορεί, αν χρειαστεί, να εκφραστεί με μία λέξη, μία φράση ή και μία ολόκληρη πρόταση. Έτσι, η αγγλική λέξη frustration καταδηλώνει μια έννοια που στα ελληνικά χρειάζεται ολόκληρη φράση για να διατυπωθεί: «απογοήτευση και βουβή οργή».
Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η αγγλική γλώσσα είναι «πλουσιότερη», αφού π.χ. στην αγγλική θα χρειαζόταν ολόκληρη φράση για να εκφράσει την έννοια του φιλότιμου. Άλλωστε όταν για τον οποιονδήποτε λόγο είναι απαραίτητο μια έννοια να εκφραστεί μονολεκτικά, κάθε φυσική γλώσσα έχει τα μέσα για να το επιτύχει: με δανεισμό (όπως το αγγλικό spaghetti από τα ιταλικά) ή νεολογίζοντας (όπως ο αγγλικός όρος mansplain).
Τέλος, όπως παρατηρεί ο φιλόσοφος Jerry Fodor, δεν γνωρίζουμε γλώσσες που να εκφράζουνε μονολεκτικά την έννοια «απομεινάρι νεκρού φυτού», το αντίστοιχο δηλαδή της λέξης «ψοφίμι» για τα φυτά· αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να αντιλαμβανόμαστε εύκολα τη συγκεκριμένη έννοια. Και πάλι, στα αγγλικά λ.χ. δεν υπάρχει λέξη αντίστοιχη της ελληνικής «τροχοφόρο», αν και βέβαια η έννοια του τροχοφόρου υπάρχει.
Ας προχωρήσουμε όμως παραπέρα. Το ευρύτερο θέμα που εγείρει το εδάφιο του Βιτγκενστάιν είναι κατά πόσο η γλώσσα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της νόησης, ακόμα και αν όντως δεν ταυτίζεται μαζί της. Σε ένα πρώτο επίπεδο αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι απαραίτητο κάποιος που είναι ευφυής να έχει και ευφράδεια. Λίγο πιο πικρά, δεν είναι καν απαραίτητο κάποιος που είναι ευφραδής να είναι και ευφυής. Ωστόσο η σχέση γλώσσας και νόησης παραείναι σοβαρό ζήτημα για να αρκεστούμε στις παραπάνω πολύ πρόχειρες παρατηρήσεις.
Ευτυχώς υπάρχουν πολλές κλινικές μελέτες που ρίχνουν φως στη λεγόμενη διπλή αποσύνδεση γλώσσας και νόησης, δηλαδή στο ότι μπορεί να υπάρχει βλάβη στη νόηση χωρίς να υπάρχει βλάβη στη γλώσσα και ότι μπορεί να υπάρχει βλάβη στη γλώσσα χωρίς να υπάρχει βλάβη στη νόηση. Με άλλα λόγια, δεν είναι απαραίτητο κάποιος ο οποίος έχει λ.χ. νοητική υστέρηση να παρουσιάζει γλωσσικό πρόβλημα και δεν είναι απαραίτητο κάποιος ο οποίος παρουσιάζει γλωσσικό πρόβλημα να έχει νοητική υστέρηση.
Διπλή αποσύνδεση γλώσσας και νόησης σημαίνει ότι και τα τέσσερα λογικά σενάρια παίζουν. Δηλαδή: τυπική νόηση με τυπική γλώσσα, γλωσσικό πρόβλημα με τυπική νόηση, γλωσσικό πρόβλημα και νοητική υστέρηση, αλλά και νοητική υστέρηση με τυπική γλώσσα.
Αναλυτικότερα, είναι γνωστές περιπτώσεις ανθρώπων με νόηση σε πολύ καλύτερη κατάσταση σε σχέση με τις σοβαρές γλωσσικές διαταραχές τους. Τα γνωστότερα παραδείγματα είναι η Τζίνι (Genie) και η Τσέλσι (Chelsea).
Η Τζίνι ήταν ένα κορίτσι το οποίο είχε φυλακιστεί από τον ψυχωσικό πατέρα της και το οποίο έφτασε μέχρι τα δεκατρία χρόνια της στη δεκαετία του ’70 χωρίς να της μιλάνε και χωρίς να έχει επαφή με τον έξω κόσμο. Το ενδιαφέρον είναι ότι όταν τελικά διασώθηκε και μπήκε σε πρόγραμμα θεραπείας κι αποκατάστασης, η νοημοσύνη της άρχισε να αναπτύσσεται επειδή πλέον έπαιρνε ερεθίσματα και βρισκόταν σε ένα περιβάλλον ανθρώπινο και όχι φυλακισμένη κάτω από τη σκάλα του σπιτιού της. Απεναντίας, η γλώσσα της παρέμεινε στοιχειώδης και χωρίς γραμματική δομή: η Τζίνι αναπτύχθηκε νοητικά αλλά όχι γλωσσικά.
Παρόμοιο περιστατικό είναι της Τσέλσι, η οποία διαγνώστηκε όταν ήταν τριάντα ενός ετών ως κωφή· παρότι ζούσε στη Βόρεια Καλιφόρνια, επί τριάντα ένα χρόνια οι διαγνώσεις των ειδικών βεβαίωναν ότι ήταν ψυχωσική και ενδεχομένως επικίνδυνη. Επειδή μεν ήταν κωφή δεν μπορούσε να κατακτήσει ομιλούμενη γλώσσα, επειδή δε δεν είχε διαγνωστεί, δεν της νοημάτιζαν. Όταν τελικά διαγνώστηκε ως κωφή και της τοποθετήθηκε κοχλιακό εμφύτευμα μπόρεσε να αναπτυχθεί αρκετά ικανοποιητικά νοητικά, σε βαθμό που έχει δουλειά και είναι πια ανεξάρτητη, αλλά γλωσσικά έμεινε εντελώς πίσω: η ομιλία της και ο λόγος της δεν μοιάζουν ούτε καν με μικρού παιδιού.
Και στις δύο περιπτώσεις, οι γλωσσικές διαταραχές συνυπάρχουν με τη νόηση να βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση, αν και με προφίλ νοητικής υστέρησης. Βεβαίως, είναι δυνατόν άτομα με τυπική νόηση να παρουσιάζουν καθαρά γλωσσικές διαταραχές. Πέρα από επίκτητες αφασίες (π.χ. μετά από τραυματισμούς ή από εγκεφαλικά επεισόδια), μία από τις πιο γνωστές καθαρά γλωσσικές διαταραχές είναι η συγγενής Ειδική Γλωσσική Διαταραχή, από την οποία πάσχει ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού (περίπου το 7,4%) και της οποίας οι συνέπειες μπορούν συνήθως να διορθωθούν με έγκαιρη παρέμβαση.
Αντίστοιχα υπάρχουν πολλές κλινικές περιπτώσεις όπου η γλώσσα είναι δυσανάλογα ανεπτυγμένη σε σχέση με το γενικότερο νοητικό προφίλ, στις οποίες δηλαδή έχουμε ένα προφίλ νοητικής υστέρησης με ανεπτυγμένη γλώσσα. Τέτοιες περιπτώσεις περιλαμβάνουν αυτή της Ντενίζ (Denyse), η οποία είναι εξαιρετικά ετοιμόλογη κι ευφραδής – μάλιστα χαίρεται να μιλάει – παρότι πάσχει από βαριά νοητική υστέρηση. Ενώ δίνει την εντύπωση ενός ευχάριστου και λαλίστατου συνομιλητή, η υστέρησή της δεν της επιτρέπει να έχει καν εικόνα του ποια είναι τα μέλη της οικογένειάς της ενώ πολλές φορές μιλάει για πράγματα τα οποία δεν υπάρχουν (π.χ. τον τραπεζικό της λογαριασμό) μόνο και μόνο για τη χαρά να μιλάει.
Επίσης υπάρχουν άτομα με σύνδρομο Ντάουν και με προφίλ πολύ βαριάς νοητικής υστέρησης αλλά με σχεδόν κανονική γραμματική, ακόμη και όσον αφορά τα λεγόμενα δύσκολα σημεία της γραμματικής. Η γαλλόφωνη Φρανσουάζ (Françoise) είναι μια τέτοια περίπτωση, που αν και με πολύ χαμηλή νοητική ηλικία έχει τη γλωσσική ανάπτυξη παιδιού οκτώ ετών, συνεπώς δεν έχει πρόβλημα με τη γραμματική της γλώσσας της, ούτε καν με το γένος της γαλλικής.
Τέλος μία μοναδική περίπτωση είναι ο Κρίστοφερ (Christopher)· ο Κρίστοφερ είναι savant, που στα ελληνικά έχει αποδοθεί με τον άκομψο όρο «σοφός μικρόνους», όπως ο αυτιστικός πρωταγωνιστής του κινηματογραφικού «Ανθρώπου της βροχής» (Rainman). Ο Κρίστοφερ παρουσιάζει ένα σύνθετο προφίλ αυτισμού, γενικευμένης νοητικής υστέρησης και σωματικής αναπηρίας: διαθέτει ελλιπέστατη οπτικοχωρική αντίληψη, είναι πολύ κακός στο να λύνει προβλήματα, δεν του αρέσει η μυθοπλασία, δεν καταλαβαίνει τα ανέκδοτα, δεν του αρέσει η συναναστροφή με τους ανθρώπους ούτε είναι ιδιαίτερα επικοινωνιακός. Ταυτόχρονα έχει ένα ταλέντο: τις γλώσσες. Αποτελεί μοναδική περίπτωση, αφού όχι μόνο μιλάει άψογα τη μητρική του αγγλική γλώσσα αλλά και ακόμα είκοσι δύο ομιλούμενες γλώσσες ενώ επίσης νοηματίζει στη βρετανική νοηματική γλώσσα. Η πολυγλωσσία σε τέτοια έκταση δεν είναι ανήκουστη, ωστόσο στην περίπτωση του Κρίστοφερ έχουμε έναν πολύγλωσσο ο οποίος πάσχει από πολύ βαριά νοητική υστέρηση και αναπηρία.
Συνοψίζοντας, μπορεί κανείς να διαθέτει τυπική νόηση με προβληματική γλώσσα (Ειδική Γλωσσική Διαταραχή ή αφασίες), μπορεί να διαθέτει άθικτη ή και υπερανεπτυγμένη γλώσσα με νοητική υστέρηση (Ντενίζ, Φρανσουάζ, Κρίστοφερ) και φυσικά υπάρχουν και οι άλλες δύο περιπτώσεις: τυπική γλώσσα με τυπικό νοητικό προφίλ ή βαριά υστέρηση και στα δύο.
Το θαυμαστό γεγονός, ανακάλυψη των γλωσσικών επιστημών τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, είναι ότι μπορεί ένα παιδί με πολύ βαριά νοητική υστέρηση να κατακτήσει πλήρως το πολύπλοκο σύστημα της γλώσσας. Αυτή είναι και η καλύτερη εμπειρική επιβεβαίωση ότι γλώσσα και νόηση δεν ταυτίζονται. Η γλώσσα στους ανθρώπους αποτελεί συνεπώς δυνατότητα η οποία ενυπάρχει από τη γέννηση και δεν αποτελεί προϊόν της γενικότερης νοητικής ανάπτυξης: η γλωσσική ανάπτυξη δεν προϋποθέτει «ανάλογη» νοητική ανάπτυξη.
Και ο Βιτγκενστάιν; Έκανε λάθος; Η απάντηση, όπως και σε κάθε ζήτημα που αφορά τον Βιτγκενστάιν, είναι σαφώς πιο σύνθετη. Ο Friedrich Waismann στο βιβλίο του The Principles of Linguistic Philosophy, που αποτελεί την καλύτερη εκλαΐκευση της κατά Βιτγκενστάιν φιλοσοφίας της γλώσσας, εξηγεί στα κεφάλαια 1 και 5 ότι για τον δάσκαλό του «γραμματική» είναι κάθε σύστημα κανόνων που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι και «γλώσσα» κάθε εφαρμογή αυτής της «γραμματικής». Με άλλα λόγια, τα όρια της «γλώσσας» μας κατά Βιτγκενστάιν ίσως να είναι τα όρια του κόσμου μας· ωστόσο, η γλώσσα όπως την αντιλαμβάνονται οι γλωσσολόγοι αλλά και όλοι οι άνθρωποι πλην του Βιτγκενστάιν είναι ένα αυτόνομο σύστημα που, καλώς εχόντων των πραγμάτων, συνεργάζεται με τη νόηση χωρίς επ’ ουδενί να ταυτίζεται μαζί της ή έστω να αποτελεί μέρος της.