ΓΝΩΣΗ

ΓΝΩΣΗ

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

πρώην ή τέως;

πρώην    (άκλιτο επίθετο)  < αρχαία ελληνική πρην=


  •  αυτός που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα.


Η λέξη πρώην χρησιμοποιείται για οποιονδήποτε κατείχε στο παρελθόν μια ιδιότητα ή αξίωμα,
 ενώ η λέξη τέως χρησιμοποιείται γι' αυτόν που κατείχε την ιδιότητα ή το αξίωμα αμέσως πριν από τον σημερινό κάτοχο ή είναι ο τελευταίος που το κατείχε.
προσκεκλημένοι στην εκδήλωση ήταν και οι πρώην Πρόεδροι της Δημοκρατίας
ο τέως βασιλιάς
τέως - πρώ ην· Και οι δύο λέξεις δηλώνουν μπροστά από ονόματα αξιωμάτων ή επαγγελμάτων ότι η άσκηση τού αναφερόμενου επαγγέλματος ή αξιώματος τοποθετείται στο παρελθόν, ότι δεν ισχύει πλέον. Η διαφορά στη χρήση των δύο επιρρημάτων για τον προσεκτικό χρήστη τής γλώσσας είναι ότι το μεν πρώην αναφέρεται σε παρελθοντική κατάσταση που δεν προσδιορίζεται, ενώ το τέως
δηλώνει το εγγύς παρελθόν, κάτι που ίσχυε μέχρι πρόσφατα, μέχρι προ ολίγου χρόνου (ημερών, μηνών ή και ετών)· το τέως δηλ. αναφέρεται σε μία ή περισσότερες χρονικές φάσεις, που προηγούνται αμέσως τής παρούσας χρονικής φάσης: Στην τελετή παρέστησαν όλες οι
τοπικές αρχές, μεταξύ των οποίων δυο πρώην νομάρχες και ο τέως νομάρχης Ανατ.Αττικής Είναι πρώην βουλευ- τής. (ενν. ότι έχει διατελέσει κάποτε βουλευτής) - Μίλησε ο τέως υπουργός Παιδείας (ενν. τής αμέσως προηγούμενης κυβέρνησης) 


Άρα πρώην  σημαίνει «παλαιότερος, κάποτε στο παρελθόν», 
ενώ τέως σημαίνει «τελευταίος, πρόσφατος, μέχρι πριν από λίγο» (Από το λεξικό Μπαμπινιώτη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου